Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Το χρώμα στον κινηματογράφο

Το έγχρωμο φιλμ, εκτός από το γεγονός ότι αποτέλεσε σημαντικό τεχνολογικό επίτευγμα και αποτελεσματικό τρόπο να ανανεώσει το Hollywood τα προϊόντα του, διεύρυνε τις καλλιτεχνικές επιλογές των κινηματογραφικών δημιουργών. Το χρώμα στην απεικόνιση της πραγματικότητας δεν ήταν, φυσικά, κάτι καινούργιο· οι παραδοσιακές μορφές τέχνης (ζωγραφική, γλυπτική κλπ) το χρησιμοποιούσαν χιλιάδες χρόνια πριν από τον κινηματογράφο. Παρ” όλα αυτά, ο κινηματογράφος είχε φτάσει πιο κοντά στη ρεαλιστική αναπαράσταση από οποιοδήποτε άλλο καλλιτεχνικό μέσο, και έτσι η προσθήκη του χρώματος ήταν κάτι που σίγουρα θα συνέβαινε, αργά η γρήγορα.
The Birth of a Nation
Οι πρώτες έγχρωμες ταινίες εξυπηρέτησαν ως δοκιμές πάνω στην τεχνολογία του έγχρωμου φιλμ. Αυτές οι πολύ μικρού μήκους ταινίες παρήχθησαν γύρω στο 1900. Αν και δεν ήταν τεχνολογικά άρτιες, αυτές οι ταινίες άνοιξαν το δρόμο για την εφεύρεση ενός πλήρως λειτουργικού είδους φιλμ, αυτό που χρησιμοποιήθηκε από τη δεκαετία του 1940 και μετά μαζικά.
Αργότερα, και πριν ακόμα την εισαγωγή του ήχου στον κινηματογράφο, πολλοί δημιουργοί έβαφαν τα ασπρόμαυρα φιλμ τους – και πάλι όμως, το χρώμα δεν αναπαριστούσε πιστά την πραγματικότητα. Παραδείγματα από εκείνη την εποχή είναι το The Birth of a Nation (1915) του D.W. Griffith και το Stella Maris (1918) του Marshall Neilan. Και στις δύο ταινίες, το χρώμα χρησιμοποιείται «δικαιολογημένα» για να αποδώσει είτε μία ατμόσφαιρα, είτε ένα νόημα.
Η επανάσταση του χρώματος στην κινηματογραφική βιομηχανία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1920, όταν η Technicolor εφηύρε το λεγόμενο 2-strip film (φιλμ δύο λωρίδων). Το φιλμ αυτό μπορούσε να αποδώσει πιο πιστά από οποιαδήποτε άλλη τεχνολογία εκείνη τη στιγμή τα φυσικά χρώματα μιας σκηνής. Αυτό το κατάφερνε με την καταγραφή της σκηνής σε δύο ξεχωριστά ασπρόμαυρα φιλμ: το φως περνούσε μέσα στην ειδική κινηματογραφική μηχανή και χωριζόταν σε κόκκινα και πράσινα κύματα φωτός μέσω δύο φίλτρων. Στη συνέχεια, εμφανίζονταν τα δύο ασπρόμαυρα φιλμ και βάφονταν με κόκκινο και πράσινο χρώμα αντίστοιχα. Τέλος, τα δύο φιλμ περνούσαν από επεξεργασία, που σαν αποτέλεσμα είχε ένα έγχρωμο φιλμ. Αν και υπήρχαν περιορισμοί, όπως ότι δεν ήταν δυνατή η αναπαράσταση του «καθαρού» κόκκινου, μπλε ή πράσινου χρώματος, το φιλμ αυτό αναπαρήγαγε αρκετά πιστά το χρώμα του δέρματος – κάτι το οποίο έδινε την αίσθηση του ρεαλισμού, καθώς το πόσο ακριβής είναι η αναπαραγωγή του χρώματος του δέρματος παίζει σημαντικό ρόλο στο πόσο ρεαλιστική φαίνεται μια σκηνή.
To 1934 η Technicolor διέθεσε στην αγορά το πρώτο 3-strip φιλμ (φιλμ τριών λωρίδων). Αρχικά ο κινηματογραφικός κόσμος ήταν διστακτικός απέναντι στο τρίχρωμο φιλμ, καθώς αυτό λειτουργούσε με παρόμοιο τρόπο όπως το δίχρωμο (χρησιμοποιώντας τρία διαφορετικά ασπρόμαυρα φιλμ που χρωματίζονταν αργότερα), και συνεπώς είχε το τριπλάσιο κόστος από το ασπρόμαυρο φιλμ, απαιτούσε πολύ περισσότερο φως από το συνηθισμένο (η ευαισθησία του στο φως ήταν πολύ μικρότερη από το ασπρόμαυρο) και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο με τις -τεράστιες- ειδικές κινηματογραφικές μηχανές της Technicolor. Η πρώτη ταινία που χρησιμοποίησε δημιουργικά το έγχρωμο φιλμ είναι το Gone with the Wind (1939) του Victor Fleming (ή, όπως είναι γνωστό στην Ελλάδα, Όσα Παίρνει ο Άνεμος). Η εισπρακτική επιτυχία της ταινίας καθιέρωσε το έγχρωμο φιλμ στην κινηματογραφική βιομηχανία.
Το 1935 η Eastman Kodak διέθεσε το πρώτο έγχρωμο φιλμ μίας λωρίδας που έτυχε ευρείας αποδοχής, γνωστό ως Kodachrome. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα, αυτό το φιλμ δεν απαιτούσε πολλαπλάσια φιλμ για την παραγωγή ενός τελικού.  Το Kodachrome βασίστηκε σε τεχνολογία της Technicolor, το Monopack, το οποίο νωρίτερα, όμως, δεν είχε πάρει το πράσινο φως από τους κινηματογραφικούς παραγωγούς.
Το μεγάλο κόστος παραγωγής έγχρωμων ταινιών είχε αρχίσει να αποθαρρύνει σταδιακά τα στούντιο παραγωγής, όταν η Kodak διέθεσε το 1950 το πρώτο οικονομικό έγχρωμο φιλμ 35 χιλιοστών μίας λωρίδας. Η διαδικασία εμφάνισης είχε την ονομασία Eastmancolor και χρησιμοποιούσε φιλμ μίας λωρίδας που αποτελούνταν από διαφορετικά στρώματα χημικών, καθένα από τα οποία «κρατούσε» και ένα διαφορετικό χρώμα. Αυτή ήταν και η πρώτη μέθοδος επεξεργασίας που σταθεροποιήθηκε μέσα στα χρόνια και έφτασε να χρησιμοποιείται, σε εξελιγμένες μορφές, μέχρι και σήμερα.
Η Technicolor παρέμεινε για χρόνια η κορυφαία εταιρία επεξεργασίας έγχρωμου φιλμ, ενώ περνώντας στην ψηφιακή εποχή του κινηματογράφου, πολλοί είναι οι δημιουργοί που προσπαθούν να αποδώσουν ψηφιακά την υφή και την αίσθηση του επεξεργασμένου από την Technicolor φιλμ.

ΚΟΚΚΙΝΟ ΧΡΩΜΑ
Λέγεται ότι το κόκκινο ήταν το χρώμα των βασιλιάδων, γιατί περιείχε όλες τις ποιότητες που θα έπρεπε να χαρακτηρίζουν έναν ηγέτη: δύναμη, πάθος, αποφασιστικότητα, επιβλητικότητα. Το κόκκινο είναι ένα χρώμα στενά συνδεδεμένο τόσο με τη ζωή, λόγω του αίματος, όσο και με τον κίνδυνο, ίσως πάλι λόγω του αίματος – το αίμα, άλλωστε, εμφανίζεται όπου υπάρχει γέννηση (ναι, προφανώς με κάποιο τρόπο συγκαταλέγεται σε αυτό και η γυναικεία περίοδος) και όπου υπάρχει θάνατος.
Λόγω αυτών των χαρακτηριστικών του, το κόκκινο είναι το πιο έντονο χρώμα. Είναι επιθετικό και ζωντανό. Στις πιο σκούρες του αποχρώσεις, γίνεται ώριμο, πολύ πιο ήπιο, αλλά ταυτόχρονα παραμένει ιδιαιτέρως αισθητό.
Η ταινία Rebel Without a Cause (1955), γνωστή ως Επαναστάτης Χωρίς Αιτία στην Ελλάδα, είναι ίσως το πιο προφανές παράδειγμα για τις επιθετικές ιδιότητες του κόκκινου. Ο James Dean έχει μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου σε συνδυασμό με το κόκκινο μπουφάν που φορούσε ο χαρακτήρας που ενσάρκωσε: ένας οργισμένος έφηβος, το μαύρο πρόβατο της οικογένειας και του στενού του περιβάλλοντος. Ειδικά δεδομένου της εποχής στην οποία κυκλοφόρησε η ταινία – μιας εποχής πολύ πιο «συγκρατημένης» ηθικά – το κόκκινο μπουφάν ήταν μια σκανδαλώδης επιλογή, που πετύχαινε άριστα το σκοπό της, να φτάσει, δηλαδή, την εφηβική οργή του χαρακτήρα στα άκρα, με το οπτικό κομμάτι να βοηθά και να υποστηρίζει το υποκριτικό. Όπως λέει η Patti Bellantoni στο βιβλίο της If It’s Purple, Someone’s Gonna Die, «ένα ιστορικά ακριβές μαύρο μπουφάν θα είχε κάνει τον James Dean κλισέ – μία απλή αντιγραφή του Marlon Brando». Αντίθετα, η επιλογή του κόκκινου δημιούργησε οπτικά έναν πρωτότυπο αντιήρωα, που εν τέλει άσκησε μεγάλη επιρροή σε συγκεκριμένο κοινό της εποχής και άφησε ένα σημάδι στην ιστορία του σινεμά.
Στην ταινία 2001: A Space Odyssey (1968), ο Stanley Kubrick επέλεξε να χρησιμοποιήσει το κόκκινο χρώμα για τον υπολογιστή HAL (που ξεκινά ως συνεργάτης της διαστημικής αποστολής που ακολουθεί η ταινία και καταλήγει αντίπαλος). Εδώ το κόκκινο έχει και τους δύο βασικούς του ρόλους. Αρχικά, ο HAL εμφανίζεται ως ο πιο έξυπνος υπολογιστής που υπήρξε ποτέ, με δυνατότητες ίδιες με αυτές του ανθρώπινου εγκεφάλου – γνωρίζουμε τον HAL σαν τον πρώτο υπολογιστή που μπορεί να έχει συναισθήματα. Το κόκκινο μάτι του συμβολίζει, θα λέγαμε, την σχεδόν ανθρώπινη υπόσταση που έχει ο υπολογιστής, σαν μέσα στα καλώδιά του να έτρεχε αίμα. Στη συνέχεια, το σφάλμα του HAL οδηγεί σε μία επικίνδυνη (και τελικώς θανατηφόρο) κατάσταση για τους ανθρώπους της αποστολής. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή όπου ο τελευταίος αστροναύτης που έχει μείνει ζωντανός καταφέρνει να μπει στο διαστημόπλοιο (όταν ο HAL έχει προσπαθήσει να τον εμποδίσει να μπει): ο θάλαμος φωτίζεται  με έντονο κόκκινο φως, και έτσι δημιουργείται ακόμη πιο έντονα η αίσθηση του κινδύνου.
Το κόκκινο, ως το μόνο χρώμα μέσα σε ένα ασπρόμαυρο τοπίο, ξεχωρίζει στην ταινία Schindler’s List (1993). Το κοριτσάκι με το κόκκινο παλτό εμφανίζεται στην ταινία και ως σύμβολο της ζωής μέσα στο χάος του πολέμου, αλλά και ως σύμβολο θανάτου αργότερα, μάλλον με τη μορφή της τραγικής ειρωνείας. O Steven Spielberg είχε εξηγήσει πως το κόκκινο χρώμα, από τη δική του οπτική, συμβόλιζε καθαρά τη γενοκτονία των Εβραίων, για την οποία οι δυτικές δυνάμεις γνώριζαν, αλλά δεν έκαναν τίποτα για να σταματήσουν.
Ερχόμαστε τώρα σε μία πολύ μεταγενέστερη ταινία, το American Beauty (1999) του Sam Mendes και συγκεκριμένα στην πασίγνωστη σκηνή της ταινίας, με την γυμνή κοπέλα-πειρασμό να λούζεται από χιλιάδες κόκκινα πέταλα από τριαντάφυλλα, σε μία φαντασίωση του πρωταγωνιστή. Εδώ το κόκκινο συμβολίζει τον κίνδυνο που προκαλείται από ένα ανεξέλεγκτο πάθος (του πρωταγωνιστή για την κοπέλα).
Σε μεγάλο μέρος της ταινίας, το κόκκινο εμφανίζεται επανειλημμένα σε συνδυασμό με το άσπρο και το μπλε, για να υποδηλώσει τον βασικό νοηματικό κορμό της ταινίας, την κλασική αμερικανική οικογένεια – η εξωτερική εικόνα τέλεια, αλλά το εσωτερικό κατεστραμμένο. Το σπίτι του πρωταγωνιστή έχει άσπρους τοίχους και μπλε παράθυρα (το μπλε και το άσπρο είναι χρώματα ήπια και ήρεμα), αλλά πίσω από την κόκκινη πόρτα του σπιτιού η οικογένεια βρίσκεται σε συναισθηματικό πόλεμο.

ΜΠΛΕ ΧΡΩΜΑ

Μπλε: Το χρώμα του ουρανού και της θάλασσας, το χρώμα της γαλήνης, αλλά παράλληλα και της μελαγχολίας. Το μπλε είναι ένα από τα πιο συχνά συναντώμενα χρώματα στη φύση. Γι” αυτό και έχει χρησιμοποιηθεί στη ζωγραφική όσο λίγα χρώματα.
Μία ιστορία-θρύλος λέει πως ένας προπονητής ποδοσφαίρου στις ΗΠΑ είχε βάψει κάποτε τα αποδυτήρια των φιλοξενούμενων μπλε και έτσι νίκησε όλους τους αγώνες της σεζόν, που παίζονταν στην έδρα της ομάδας του. Στην ουσία, επηρέασε, λένε, τους αντιπάλους, ρίχνοντας τους ψυχολογικά με το μπλε, ενώ παράλληλα έκανε τους δικούς του παίκτες να αισθάνονται δυνατοί βάφοντας τα δικά τους αποδυτήρια κόκκινα. Αν και δεν έχει επιβεβαιωθεί αυτή η ιστορία, δείχνει ξεκάθαρα, έστε και μέσω παραβολής, ότι το μπλε είναι το χρώμα της αδυναμίας, του εύθραυστου.
Το μπλε στον κινηματογράφο έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως με αυτή του την ιδιότητα. Άλλες φορές χρησιμοποιείται για να συνοδεύσει έναν αδύναμο χαρακτήρα και άλλες φορές απλώς για να δημιουργηθεί μία ψυχρή ατμόσφαιρα, που θα κάνει το θεατή να νιώσει αδύναμος.
Στα θρίλερ, το μπλε είναι το πιο κοινό χρώμα, ως το κατεξοχήν ψυχρό χρώμα. Δίνει την αίσθηση του κρύου, αφιλόξενου περιβάλλοντος.
corpsebride
Όμως και εκτός των θρίλερ, έχει χρησιμοποιηθεί και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως η «εύκολη λύση» σε ένα μεγάλο μέρος του κινηματογράφου, καθώς σχηματίζει αντίθεση με το χρώμα του δέρματος. Θα έλεγε κανείς ότι πάντα η χρωματική αντίθεση στην εικόνα δημιουργεί αισθητικό ενδιαφέρον. Μετά από τόση χρήση, παρ” όλα αυτά, όπως αναφέρεται και στο άρθρο μας Τι είναι τελικά το film look;, η αντίθεση μπλε-πορτοκαλί έχει αρχίσει να κουράζει. Για παράδειγμα, δες την πλειοψηφία των posters από χολυγουντιανά blockbusters.
Μια εξαίρεση ως προς αυτό αποτελούν οι ταινίες του Aki Kaurismäki, ο οποίος χρησιμοποεί το μπλε στις ταινίες του καθαρά σημειολογικά. Η αντίθεση μπλε και κόκκινου συνοδεύει τις αντιθέσεις στα συναισθήματα ή τα κίνητρα των χαρακτήρων του και χρησιμοποιείται προσεκτικά, όχι ως διακόσμηση, αλλά ως αφηγηματικό σύμβολο.
Κλασικός, πλέον, είναι ο χρωματισμός του κόσμου που έφτιαξε ο Tim Burton για την ταινία του Corpse Bride (2005). Θέλοντας να δείξει πως ο κόσμος των ζωντανών είναι ο πραγματικά νεκρός, επέλεξε να χρωματίσει την πόλη σε τόνους τους μπλε και του γκρι, ενώ παράλληλα έδωσε στον κόσμο των νεκρών έντονα, ζωντανά χρώματα.
Στην τελευταία σκηνή της Melancholia (2011) του Lars Von Trier, το μπλε έχει την τιμητική του – και πώς θα γινόταν μην την έχει, άλλωστε. Δύο αδύναμοι χαρακτήρες έρχονται αντιμέτωποι με την καταστροφή του κόσμου, που συμβαίνει μπροστά στα μάτια τους. Όλο το σκηνικό γίνεται μπλε καθώς ο πλανήτης πλησιάζει με ταχύτητα καταπάνω τους. Εκεί βλέπουμε και τη διαφορά των δύο χαρακτήρων, καθώς η μία από τις δύο αποδεικνύεται πολύ πιο δυνατή απ” όσο φαινόταν. Ωστόσο, ο επικείμενος θάνατος κάνει και τις δύο να μοιάζουν τόσο αβοήθητες, όσο θα ήταν οποιοσδήποτε έβλεπε έναν ολόκληρο πλανήτη να έρχεται για να συνθλίψει τη Γη σε λίγα δευτερόλεπτα. Άλλωστε, ακόμα και ο χαρακτήρας που αντιμετωπίζει την κατάσταση με ψυχραιμία, το κάνει επειδή δεν έχει να ελπίζει πια σε τίποτα.


πηγή fps.com.gr



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου