Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Οι Αρχές της Κινηματογραφικής "Εκμετάλλευσης"

Αντί εισαγωγής, μια τεχνική διευκρίνηση αναφορικά με τον τίτλο του παρόντος κειμένου. Η ζωή μιας κινηματογραφικής ταινίας διανύει, σε ευθύγραμμη πορεία, τρία στάδια: παραγωγή-διανομή-εκμετάλλευση. Με απλά λόγια, μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία της δημιουργίας της, φεύγει από τα χέρια των παραγωγών για να πάει σε εκείνα των διανομέων. Αυτοί με τη σειρά τους αναλαμβάνουν να την προωθήσουν στους αιθουσάρχες προκειμένου να φτάσει στον αρχικό της προορισμό, δηλαδή το κοινό. Στην πράξη, η διαδρομή αποδεικνύεται λιγότερο ευθεία μιας και οι διαπραγματεύσεις και οι συμφωνίες ανάμεσα στα εμπλεκόμενα μέρη προηγούνται, τις περισσότερες φορές, ακόμα και της έναρξης των γυρισμάτων. Το παραπάνω σχήμα, με μικρές ή μεγάλες διαφοροποιήσεις, είναι σε ισχύ τα τελευταία εκατό χρόνια και σε παγκόσμια κλίμακα. Ωστόσο, στα πρώτα του βήματα, το κινηματογραφικό θέαμα ακολουθούσε άλλες ατραπούς για να δώσει το παρόν στο ραντεβού του με τους θεατές.
Από τα τέλη του 1895, οι κινηματογραφικές παραστάσεις γίνονται αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής καθημερινότητας - τουλάχιστον στις μεγάλες πόλεις και, ειδικότερα, στο Παρίσι. Όμως, ο Cinématographe της εποχής ενσωματώθηκε ευθύς εξαρχής στα ήδη υπάρχοντα θεάματα. Για παράδειγμα, από το 1898 έως το 1914, τα διάσημα Folies Bergères συμπεριλαμβάνουν στο πρόγραμμά τους ολιγόλεπτες προβολές φιλμ. Στο Théâtre Robert Houdin, ο Georges Méliès παρουσιάζει τις ταινίες του ως διάλειμμα ανάμεσα στις διάσημες ταχυδακτυλουργικές του παραστάσεις. Το σινεμά δεν προκάλεσε καμία ριζική μεταστροφή με την εμφάνισή του, απλώς εμπλούτισε το, έτσι κι αλλιώς, ετερόκλιτο μενού της "φθηνής" ψυχαγωγίας για τα λαϊκά, εργατικά στρώματα. Η μεγάλη αλλαγή αρχίζει να διαφαίνεται γύρω στα 1908-1910, οπότε κι ο κινηματογράφος αστικοποιείται κι αποκτά σταδιακά μια ξεχωριστή, αυτόνομη πολιτιστική οντότητα.
Κατά τη διάρκεια, λοιπόν, αυτής της πρώτης περιόδου, οι ταινίες δεν είναι τίποτα περισσότερο από εντυπωσιακές "ατραξιόν" και λογίζονται ως η νεότερη εξέλιξη στην παράδοση των music hall, του βαριετέ και των παραστάσεων "μαγείας". Εγκαταλείποντας τις τελεολογικές αναγνώσεις που ταλανίζουν εδώ και δεκαετίες την Ιστορία, προσδίδοντας χαρακτήρα προορισμού και μονιμότητας στη σημερινή μορφή του κινηματογραφικού θεάματος, καλούμαστε να συνειδητοποιήσουμε πως οι ιδιαιτερότητες του σινεμά στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα δεν συνιστούν συμπτώματα παιδικής ηλικίας μιας εν δυνάμει τέχνης που ακόμα δεν είχε λάβει την "αρμόζουσα" εξέλιξή της. Αντιθέτως, ένας προβληματισμός διακειμενικότητας (ή ορθότερα, κατά το γαλλικό όρο, μιας intermédialité) είναι επιτακτικός προκειμένου να κατανοήσουμε την ιστορική θέση του σινεμά εκείνα τα χρόνια. Με αυτόν τον τρόπο, διαπιστώνουμε πως μία συγκεκριμένη μορφή εκμετάλλευσης επιβάλλει το δικό της τύπο "θεατή" που με τη σειρά του δίνει συγκεκριμένη κατεύθυνση στην παραγωγή, δηλαδή στο είδος, το στυλ και το περιεχόμενο των ταινιών που γυρίζονται. Έτσι, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως ο βασικός παράγοντας για την κατανόηση του επονομαζόμενου "πρώιμου" κινηματογράφου, είναι οι περιοδεύουσες εκθέσεις, δηλαδή τα πανηγύρια.
 Έως το 1908, η έννοια της κινηματογραφικής αίθουσας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, δεν υφίσταται. Ο βασικός φορέας εκμετάλλευσης των κινηματογραφικών προϊόντων είναι τα πανηγύρια που αγοράζουν ταινίες προκειμένου να τις προβάλλουν, ανάμεσα σε άλλες ατραξιόν, κατά τις ετήσιες περιοδείες τους. Πρόκειται για ένα πολυσύνθετο θέαμα: θεατρικά δρώμενα στήνονται στους δρόμους και τις πλατείες ώστε να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των κατοίκων της πόλης ή του χωριού και να τους οδηγήσουν μέσα στις αυτοσχέδιες αίθουσες όπου έναντι εισιτηρίου θα παρακολουθήσουν μια σειρά από φιλμ. Ακόμα και κατά τη διάρκεια της προβολής, όμως, είμαστε πολύ μακριά από τις σημερινές συνθήκες θέασης ταινιών. Δεν υπάρχει ο κανόνας της σιωπής, αντιθέτως βρισκόμαστε σε ένα θέαμα πληθωρικό, εξωστρεφές, με έναν κράχτη να συνοδεύει ηχητικά την επί της οθόνης αφήγηση και το κοινό να φωνάζει και να συζητάει ελεύθερα.
Απαραίτητη επισήμανση: τα πανηγύρια ακολουθούσαν τη λογική του περιοδεύοντος θιάσου. Γυρνούσαν τη χώρα (ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλλία, κι αλλού) και το ταξίδι τους κρατούσε τουλάχιστον ένα χρόνο. Κατά συνέπεια, δεν είχαν καμία απολύτως ανάγκη να ανανεώνουν το πρόγραμμά τους. Προέβαλλαν τις ίδιες ακριβώς ταινίες, πολλές φορές επί χρόνια, αφού οι συνθήκες της κοινωνικής δικτύωσης στις αρχές του 20ου αιώνα απείχαν παρασάγγας από τη σημερινή κατάσταση, κι έτσι μια ταινία παρέμενε "νέα" για τους κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών ακόμα και χρόνια μετά τη δημιουργία της. Επιπρόσθετα, οι υπεύθυνοι των πανηγυριών γύριζαν και οι ίδιοι ταινίες: σε κάθε πόλη, έστηναν κατά τη διάρκεια της μέρας την κάμερα σε διαφορετικά μέρη (κεντρικές πλατείες, αγορές, κτλ), κινηματογραφούσαν τους περαστικούς και τους καλούσαν να έρθουν το βράδυ στο πανηγύρι, αν θέλουν να δουν τον εαυτό τους στη μεγάλη οθόνη (με το αζημίωτο προφανώς). Προσφάτως, βρέθηκε ένας μεγάλος αριθμός από παρόμοιες ταινίες στα Βρετανικά Αρχεία και τους δόθηκε η ονομασία "τοπικά φιλμ". Η παρακολούθησή τους μας δίνει αρκετές πληροφορίες πάνω στην καινοτομία της κινούμενης εικόνας στην ανθρώπινη Ιστορία: είναι χαρακτηριστικό πως άντρες, γυναίκες και παιδιά στέκονται και ποζάρουν ακίνητοι, συνηθισμένοι στο στήσιμο μιας φωτογραφίας αλλά όχι στο γύρισμα μιας ταινίας.
Προκειμένου να χτίσει το πορτρέτο του πρώιμου κινηματογράφου, η θεωρία προχώρησε στα τέλη της δεκαετίας του ΄70 σε μία βασική μεταστροφή: αντικείμενο μελέτης δε θα ήταν πλέον οι "ταινίες", αλλά η "παράσταση" στο ετερογενές σύνολό της όπου ο χρόνος που αναλογούσε στο σινεμά δεν ήταν παρά λίγα μόλις λεπτά ολόκληρης της βραδιάς. Έτσι, για παράδειγμα, εκτός από την ιδιαιτερότητα του χώρου προβολής, μπορέσαμε να εκτιμήσουμε για πρώτη φορά το ρόλο του "κράχτη". Η παρουσία του ήταν σχεδόν αδιάλειπτη μέχρι τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Ο βωβός κινηματογράφος δεν ήταν ποτέ πραγματικά σιωπηρός και το σινεμά ήταν εξαρχής ένα θέαμα οπτικοακουστικό. Επιπλέον, οι ταινίες δεν ήταν αυτόνομες, κλειστές δημιουργίες. Οι σκηνοθέτες/παραγωγοί ήξεραν και λάμβαναν υπόψη πως η αφήγησή τους θα είχε ως συμπλήρωμα το κείμενο του κράχτη κι έτσι οι θεατές θα ήταν σε θέση να ακολουθήσουν με σαφήνεια την ιστορία. Το συμπέρασμα, σε κάθε περίπτωση, είναι πως δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την ιστορία του σινεμά εάν δεν καταλάβουμε τις αληθινές πρακτικές θέασης των ταινιών.
Από το 1907 κι έπειτα, μπαίνουμε σε μια περίοδο μετάβασης. Η κινηματογραφική βιομηχανία συνειδητοποίησε πως τα λαϊκά στρώματα δεν συνιστούσαν ένα κοινό κερδοφόρο κι αποφάσισε να στραφεί προς την εύπορη μπουρζουαζία. Η αλλαγή στην εμπορική στρατηγική των μεγάλων εταιρειών θα επιφέρει μια ριζική μετάλλαξη του κινηματογραφικού θεάματος και θα στρώσει το δρόμο προς τη σημερινή του, γνωστή σε όλους μας μορφή. Σιγά-σιγά χτίζονται οι πρώτες σκοτεινές αίθουσες, εξειδικευμένες για την προβολή ταινιών (στις ΗΠΑ αποκτούν την ονομασία nickelodeon από την τιμή του εισιτηρίου). Όμως, η εξέλιξη με τις μεγαλύτερες συνέπειες ήταν η τροποποίηση του συστήματος διανομής κι εκμετάλλευσης. Η Pathé, ο απόλυτος κυρίαρχος στην παγκόσμια αγορά του σινεμά (ακόμα και στην Αμερική, έως και το 1914 και την έναρξη του πολέμου), αποφασίζει να εγκαταλείψει το σύστημα πώλησης των ταινιών της και να περάσει σε αυτό της ενοικίασης. Τα πάντα αλλάζουν εν μια νυκτί! Πλέον, όσοι επιθυμούν να προβάλουν ταινίες, οφείλουν να αλλάζουν το πρόγραμμά τους συχνά για λόγους οικονομικούς, γεγονός που επιδρά άμεσα στην παραγωγή: ο ρυθμός δημιουργίας αυξάνεται δραματικά. Επιπλέον, με το παλαιό σύστημα της αγοράς, οι "εκμεταλλευτές" απολάμβαναν μεγάλης ελευθερίας, αφού μπορούσαν ακόμα και να μοντάρουν εκ νέου τις ταινίες της ιδιοκτησίας τους. Τώρα, η έννοια του τελικού ελέγχου επί του φιλμ περνάει στους παραγωγούς.
Τα πανηγύρια θα μπουν σε ένα μεγάλο αγώνα προκειμένου να προστατεύσουν την ατραξιόν που θεωρούσαν ολότελα δική τους. Όμως, ήταν αδύνατο να συναγωνιστούν οικονομικούς κολοσσούς σαν τη Pathé και τη Gaumont. Ο κινηματογράφος μπαίνει κι επίσημα στα μεγαλοαστικά σαλόνια κι αποκτά την αυτονομία του ως θέαμα. Από το 1908, εμφανίζονται οι λεγόμενες "ταινίες τέχνης", ιστορικά δράματα με κουστούμια που απευθύνονταν σε ένα κοινό καλλιεργημένο, αντιγράφοντας ουσιαστικά τις συμβάσεις του θεάτρου. (Σταδιακά, η διάρκεια των ταινιών θα μεγαλώσει κι από τη μία μόλις μπομπίνα (10-15 λεπτά), φτάνουμε στα μέσα της δεκαετίας του ΄10 σε έναν μέσο όρο κοντά στις δύο ώρες, σύμβαση που ισχύει μέχρι και σήμερα (και που επίσης οφείλεται στην επιρροή της θεατρικής παράστασης). Με την έναρξη του Α' Παγκοσμίου πολέμου, το επίκεντρο της βιομηχανίας θα μεταφερθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τα μεγάλα στούντιο αρχίζουν να ιδρύονται το ένα μετά το άλλο. Κι αν η συνέχεια είναι μια ιστορία γνωστή σε όλους, ας κρατήσουμε τη βαρύνουσα σημασία της αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε στρατηγικές κέρδους, στο πολιτιστικό κύρος του σινεμά και στο είδος των ταινιών που γυρίζονται, ως οδηγό για την κατανόηση του μέλλοντος που μας επιφυλάσσει η αγαπημένη μας τέχνη.



πηγή
http://nostromopresents.blogspot.gr/2014/02/blog-post_11.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου