Σελίδες

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Ψυχαναλύοντας το θεσμό των Όσκαρ.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες και κάτι, ως ιδρυτές της Miramax αρχικά, και της The Weinstein Compay πλέον, οι αδελφοί Μπομπ και Χάρβεϊ Γουάινστιν αποδεικνύονται συστηματικά ακαταμάχητοι γητευτές των απανταχού κινηματογραφικών βραβείων (γενικά) και των Όσκαρ (ειδικά). Το όνομά τους, και ιδιαίτερα εκείνο του Χάρβεϊ, κρύβεται πίσω από μικρούς ή μεγάλους, και συχνά αναπάντεχους, οσκαρικούς θριάμβους: «Ο Άγγλος Ασθενής», «Ερωτευμένος Σαίξπηρ», «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Η Επιστροφή του Βασιλιά» και «The Artist», αλλά και το βραβείο πρωτότυπου σεναρίου στο «Pulp Fiction» του πάντα τρομερού και σφόδρα αμφιλεγόμενου Κουέντιν Ταραντίνο, πρώτου γυναικείου ρόλου στην απλά χαριτωμένη Γκουίνεθ Πάλτροου («Ερωτευμένος Σαίξπηρ») κόντρα σε δύο συζητημένες και συγκλονιστικές ερμηνείες (Κέιτ Μπλάνσετ / «Ελίζαμπεθ», Φερνάντα Μοντενέγκρο / «Ο Κεντρικός Σταθμός») και το περσινό, στο νήμα, τρίτο Όσκαρ ερμηνείας – τέλειας μίμησης της Μέριλ Στριπ («Η Σιδηρά Κυρία»).

Κινούμενος επιθετικά στις αγορές των Φεστιβάλ του Sundance ή των Καννών, ως διανομέας, ή ακονίζοντας το ταλέντο περισσότερο ή λιγότερο προκλητικών σκηνοθετών (Ταραντίνο, Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ, Άντονι Μινγκέλα, Τοντ Χέινς, Στίβεν Ντάλντρι) και θέτοντας μερικά από αυτά υπό την αποκλειστική του προστασία, ως παραγωγός, ο Χάρβεϊ έκανε τόσο (εμπορικά βιώσιμη) μόδα το (φτηνό) ανεξάρτητο σινεμά του δημιουργού, που όλα τα studios αναγκάστηκαν να ιδρύσουν θυγατρικές εταιρείες για να υποστηρίξουν τα πιο low profile, «κουλτουριάρικα» παιδιά τους (Fox Searchlight η FOX, Paramount Vantage η Paramount, Sony Pictures Classics η Sony κλπ), και να τον συναγωνιστούν. Έτσι, το κινηματογραφικό περιθώριο βρήκε στέγη στο mainstream και οι οσκαρικές υποψηφιότητες αναδείχθηκαν ως το πιο αποτελεσματικό (και ολιγοδάπανο) μέσο προώθησής του.

Άνευ άνομων μέσων, αφού κανονισμοί και κανόνες δεοντολογίας της Ακαδημίας τα χρίζουν αδύνατα, ο Χάρβεϊ ξέρει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον πώς να στήνει ιδιοφυείς καμπάνιες για τις καλλιτεχνικών προδιαγραφών και προσδοκιών ταινίες του, πατώντας τα κατάλληλα κουμπιά των ψηφοφόρων της Ακαδημίας. Φέτος, όχι μόνο κατάφερε να βάλει με δύναμη στο οσκαρικό παιχνίδι: α) τον Ταραντίνο, με το κωμικό και splatter… μετα-γουέστερν του, «Django, Ο Τιμωρός», κόντρα στις διαμαρτυρίες για χλευασμό και εμπορική εκμετάλλευση της δουλείας, β) τον εξωφρενικά εκκεντρικό και αντικοινωνικό Χοακίν Φίνιξ στην πεντάδα του πρώτου ρόλου, παρά το παραλήρημά του εναντίον του θεσμού αλλά και γ) την απλά… περαστική από το «The Master» (χρήσιμη μόνο ως στόχος του λανθάνοντος μισογυνισμού του) Έιμι Άνταμς στον δεύτερο ρόλο.

Πάνω απ’ όλα, όμως, σε μια χρονιά αβάσταχτων ιστορικοπολιτικών («Λίνκολν»), πολεμικών («Zero Dark Thirty») και κοινωνικο-οικολογικών («Αγάπη», «Τα Μυθικά Πλάσματα του Νότου») φιλμικών καταγγελιών, ανέδειξε το όνομα και πράγμα «Οδηγός Αισιοδοξίας» ως ιδανικό αντίδοτο – αντιπρόταση. Με υποψηφιότητες και στις πέντε μεγάλες κατηγορίες (ταινία, σκηνοθεσία, σενάριο, πρώτοι ρόλοι), συν στους δύο – ανδρικό και γυναικείο – δεύτερους ρόλους (ισοφαρίζοντας το ρεκόρ του «Οι Κόκκινοι», από το 1981!), όχι μόνο απειλεί να κάνει την α λα «Ερωτευμένος Σαίξπηρ» έκπληξη, αλλά φέρνει και την πρωταγωνίστριά του, Τζένιφερ Λόρενς, σε απόσταση αναπνοής από το πρώτο της κερδισμένο Όσκαρ (ιδιαίτερα αν το φιλμ δεν κάνει την έκπληξη στην κατηγορία ταινίας, και η Ακαδημία θελήσει να τιμήσει μέσω αυτής και τους θαυμάσιους συμπρωταγωνιστές της). Όχι τυχαία, η… εύστροφη ηθοποιός μνημόνευσε ευφάνταστα τον Χάρβεϊ στους ευχαριστήριους λόγους της, τόσο στις Σφαίρες, όσο και στα SAG (όπου τον αποκάλεσε «κατεργάρη»).

Μοναδικό, απρόβλεπτο παραπάτημά του φέτος ήταν η αδυναμία του να εξασφαλίσει στο «Άθικτοι» μια θέση στην πεντάδα της ξενόγλωσσης ταινίας (τουλάχιστον). Αυτή, όμως, ψηφίζεται από ξεχωριστή, ειδική ομάδα μελών και… πόσα κομμάτια να γίνει κανείς, για να πείσει τους πάντες;

Την καμπάνια πολλοί εμίσησαν, το βραβείο ουδείς

Απορία και δυσαρέσκεια προκάλεσε σε πολλούς η υποψηφιότητα του Χοακίν Φίνιξ για το Όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου. Όχι (μόνο) γιατί δεν τους / μας άρεσε το λατρεμένο μεγάλης μερίδας των κριτικών, υπερτιμημένο «The Master». Ούτε (μόνο) επειδή στην ουσία ο Χοακίν παίζει τον εαυτό του, τονίζοντας υπερβολικά (και δη κάνοντας αποκρουστικά) τα σωματικά του ελαττώματα. Αλλά κυρίως γιατί έβγαλε προσβλητικά τη γλώσσα του στο θεσμό. «Θεωρώ πως είναι μεγάλη, απόλυτη μαλακία και δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτήν», είπε σε συνέντευξή του στο περιοδικό Interview, τον περασμένο Οκτώβριο. Και συνέχισε: «Δεν πιστεύω στα Όσκαρ. Είναι ένα καρότο – το καρότο με την πιο απαίσια γεύση που δοκίμασα ποτέ στη ζωή μου. Είναι τελείως υποκειμενικά. Το να θέτεις ανθρώπους εναντίων ανθρώπων… είναι το πιο ηλίθιο πράγμα σε όλο τον κόσμο».

Η αλήθεια είναι πως, αν λάβουμε υπόψη ότι σε άλλο μέρος τής εν λόγω συνέντευξης παραδέχτηκε πως δε θεωρεί εαυτόν υπεράνω των βραβείων, απλά αισθάνεται εξαιρετικά άβολα και αμήχανα με ό,τι συνεπάγεται μια οσκαρική υποψηφιότητα (την προσοχή, την εκβιαστικά καλή, πολιτικά ορθή δημόσια διαγωγή κατά την παρέλαση από όσα βραβεία προηγούνται των Όσκαρ), γίνεται κατανοητό ότι ο Φίνιξ δεν έχει τόσο πρόβλημα με τα Όσκαρ αυτά καθαυτά, όσο με την αναπόφευκτη καμπάνια που προηγείται της απονομής τους. Η αλήθεια, όμως, είναι, πως ανεξάρτητα από το όποιο πρόβλημα και τις δηλώσεις του Φίνιξ, ή ίσως και εξαιτίας τους, η Ακαδημία τον προτίμησε τελικά, αδικώντας κατάφωρα τον πάντα, αθόρυβα ουσιαστικό και gentleman (παρόντα – αντίθετα με όλους τους συναδέλφους του, που επίσης δεν εξασφάλισαν, τελικά, οσκαρική υποψηφιότητα – και στις Χρυσές Σφαίρες, και στα SAG), Τζον Χοκς («The Sessions»).

Γιατί, τελευταία, τίποτα άλλο δε θέλει διακαώς να αποδείξει περισσότερο, βροντοφωνάζοντάς το, η Ακαδημία, από την τακτική της να αποφασίζει και να ψηφίζει βάσει της αξίας δουλειάς, και δη της ποιότητας του έργου και μόνο, κάθε υποψηφίου, ανεπηρέαστη από οτιδήποτε συμβαίνει εκτός οθόνης (προσωπική ζωή, συμπεριφορά, δηλώσεις και, ναι, οσκαρική καμπάνια). Με άλλα λόγια να πείσει για το ακριβώς αντίθετο από αυτό που της καταλογίζει ο Φίνιξ: την αφοσίωσή της στην όσο το δυνατόν πιο εφικτή αντικειμενικότητα. Για την οποία εξάλλου, όχι τυχαία, την ευχαρίστησε και πρόπερσι η Μελίσα Λίο, που επικράτησε στον δεύτερο ρόλο με το «The Fighter», παρά την ανεκδιήγητη, αυτοσχέδια οσκαρική της καμπάνια. Μόνο που η δική της ερμηνεία (αντίθετα με εκείνη του Φίνιξ) δεν άφηνε εξ αρχής περιθώρια αμφισβήτησης και αψιμαχιών…

Είπε ο πρώτος ρόλος τον δεύτερο… κεφάλα

Όσο, όμως, η Ακαδημία αγωνίζεται για άνευ προκαταλήψεων και επιρροών αντικειμενικότητα, τόσο η αδυναμία της να ξεκαθαρίσει τα όρια ανάμεσα στον πρώτο και στον δεύτερο ρόλο τής βάζει συστηματικά τρικλοποδιά. Η φετινή είναι μια ακόμη από εκείνες τις χρονιές κατά τις οποίες η… αριθμητική δε βγαίνει στην εξίσωση μοιράσματος των υποψηφίων στους πρώτους και δεύτερους ρόλους. Αφενός, ο Κρίστοφ Βαλτς διεκδικεί με αξιώσεις το Όσκαρ δεύτερου ρόλου, παρόλο που η – όλα τα λεφτά – ερμηνεία του στο «Django, Ο Τιμωρός» είναι σαφέστατα ενός πρώτου ρόλου: επιβλητικά παρούσα στο φιλμ, πλην τα τελευταία, περίπου 15 λεπτά του. Λεπτά, που πάνω – κάτω αποτελούν το χρόνο παρουσίας των περισσοτέρων συνυποψηφίων του (πλην του «The Master» Φίλιπ Σίμουρ Χόφμαν, που, επίσης, θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί πρώτος ρόλος) στα αντίστοιχα δικά τους φιλμ.

amour440

Αφετέρου, η Εμανουέλ Ριβά εξασφάλισε μια θέση στην πεντάδα του πρώτου ρόλου, χάρη στον τυπικά πρώτο γυναικείο ρόλο, αλλά ουσιαστικά πιο δεύτερο και από εκείνον της κόρης του ηλικιωμένου ζευγαριού, Ιζαμπέλ Ιπέρ, του «Αγάπη». Γιατί, με όλο το σεβασμό στο έργο και στην ιστορία της κυρίας Ριβά, ως υπό αξιολόγηση ερμηνεία / πλάσιμο χαρακτήρα μπορεί να θεωρηθεί μόνο το κομμάτι της δουλειάς της κατά το οποίο η ηρωίδα της στέκεται ακόμα στα πόδια της και επικοινωνεί. Πριν το εγκεφαλικό τής στερήσει την ανεξαρτησία, την αξιοπρέπεια και την ανθρωπιά της, αφήνοντάς τη να βογκά (μόνο) ακατάπαυστα για τα 2/3 της ταινίας. Συγγνώμη, αλλά αυτό όχι μόνο μπορεί να το κάνει εξίσου καλά οποιοσδήποτε, αλλά το κάνει (διαπεραστικά αποτελεσματικά) και η συνυποψήφιά της, Ναόμι Γουάτς στο «The Impossible», διατηρώντας, όμως, στο ακέραιο την αξιοπρέπεια, την ανθρωπιά και την προσωπικότητα της ηρωίδας της (ίσως γιατί, αντίθετα με το Χάνεκε, ο σκηνοθέτης της, Χουάν Αντόνιο Μπαγιόνα, δεν είναι μισάνθρωπος…).

Η αμφιβολία για το σε ποια, τελικά, κατηγορία θα παίξει η Ριβά ήταν προφανής σε όλες τις αρχικές, πρώιμες προβλέψεις για τη φετινή κούρσα. Και αποτέλεσε επανάληψη των αντίστοιχων περσινών, προτού η πρωταγωνίστρια του «The Artist», Μπερενίς Μπεζό, καταλήξει υποψήφια στο δεύτερο ρόλο. Και όχι μόνο. Το 2007 το μικρό (σε ηλικία), μεγάλο (σε ερμηνεία) αστέρι του «Little Miss Sunshine», Αμπιγκέιλ Μπρέσλιν, χώρεσε αδίκως μόνο στον δεύτερο ρόλο, όπως ακριβώς και ο φωτισμένος Χέιλι Τζόελ Όσμεντ της «Έκτης Αίσθησης», 7 χρόνια νωρίτερα. Το 2006 ο Χιθ Λέτζερ αγωνίστηκε στον πρώτο ρόλο, ενώ ο Τζέικ Τζίλενχολ στον δεύτερο, αν και ήταν – εξόφθαλμα – το πρωταγωνιστικό ντουέτο του «Το Μυστικό του Brokeback Mountain», όπως ακριβώς είχε συμβεί και το 2002 με τους Ντενζέλ Γουόσινγκτον και Ίθαν Χοκ, αντίστοιχα, του «Μέρα Εκπαίδευσης». Το 2003, τέλος, η Νικόλ Κίντμαν θριάμβευσε στον πρώτο ρόλο ως Βιρτζίνια Γουλφ, παρά τα μόλις 28 λεπτά (συγκλονιστικής, είναι αλήθεια) παρουσίας της στο «Οι Ώρες»! Χρόνος που ήταν σημαντικά λιγότερος σε σύγκριση με εκείνον τόσο των συνυποψηφίων της, όσο και των συμπρωταγωνιστριών της, Μέριλ Στριπ (42 λεπτά) και – υποψήφιας στον δεύτερο ρόλο! – Τζουλιάν Μουρ (33 λεπτά).

thehours440

Τα παραπάνω είναι μερικά μόνο, τα πιο ακραία, ίσως, παραδείγματα της… θολούρας που επικρατεί όσον αφορά τον προσδιορισμό πρώτου και δεύτερου ρόλου. Σε κάθε περίπτωση, η Ακαδημία επιμένει ότι η απόφαση αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των μελών / ψηφοφόρων της. Πώς, όμως, μπορεί να ισχύει κάτι τέτοιο, και δη άνευ προκατάληψης ή επιρροής, όταν της ψηφοφορίας τους προηγείται ένας, κάθε άλλο παρά κρυφός, σκληρός μαραθώνιος μεταξύ των studios και της οσκαρικής καμπάνιας καθενός; Καμπάνια στρατηγικών επιλογών, που προφανώς προωθεί συγκεκριμένες ερμηνείες, σε συγκεκριμένες κατηγορίες, ανάλογα με τις πιθανότητες καθεμιάς είτε να σκοράρει υποψηφιότητα (Μπεζό, Μπρέσλιν, Τζίλενχολ…), είτε ακόμα και νίκη (Κίντμαν, Γουόσινγκτον…).

Έτσι (για να σταθούμε μόνο στην πιο χαρακτηριστική και πολυσυζητημένη από τις παραπάνω ιστορικές περιπτώσεις), πριν από μια δεκαετία, εξομολογημένα, οι Miramax και Paramount αποφάσισαν όχι μόνο να εκμεταλλευτούν τις διθυραμβικές κριτικές για τη Γουλφ της Κίντμαν (σε συνδυασμό με την ορμητική συμπάθεια του Χόλιγουντ στο πρόσωπο της τελευταίας, εξαιτίας του, πρόσφατου τότε, άσχημου χωρισμού της από τον Τομ Κρουζ), αλλά και να αποφύγουν την άμεση – και πιθανόν μοιραία και για τις τρεις τους -  κόντρα της με τις συμπρωταγωνίστριές της, Μουρ και Στριπ (για το «Adaptation») στον δεύτερο ρόλο, ρίχνοντάς την εύστοχα στην αρένα του πρώτου ρόλου.

waltz440

Παρομοίως, και φέτος, τα studios έκαναν, βάση στυγνών υπολογισμών, τα κουμάντα τους: η Weinstein Co. κατάλαβε πως η σαρωτική (λατρεμένη κοινού και κριτικών) ερμηνεία του Βαλτς ήταν απίθανο να χωρέσει στον πρώτο ρόλο (όπου εξάλλου ήθελε να εξασφαλίσει μια θέση για τους επίσης «δικούς» της, Μπράντλεϊ Κούπερ και Φίνιξ), οπότε τον έσπρωξε επιτυχώς στον δεύτερο. Η Sony Pictures Classics, από την πλευρά της, αξιοποίησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τόσο τη φόρα (από τα φεστιβάλ, τις κριτικές και την εξαιρετική πορεία του στη διεθνή arthouse διανομή) του «Αγάπη», όσο και το σεβασμό που τρέφει σύσσωμη η κινηματογραφική κοινότητα στην εμβληματική πρωταγωνίστρια του «Χιροσίμα, Αγάπη Μου», Ριβά, ώστε να τη δει να φιγουράρει στον πρώτο ρόλο, κάνοντας, μάλιστα, ρεκόρ ως η μεγαλύτερη σε ηλικία (84 χρόνων) υποψήφια στη συγκεκριμένη κατηγορία.

Και έτσι, όσο η Ακαδημία αρνείται, κακόγουστα ίσως, σίγουρα, όμως, πιο αξιοκρατικά, να θέσει συγκεκριμένα (χρονικά έστω) όρια, που να προσδιορίζουν πιο ξεκάθαρα τη διαφορά ανάμεσα σε πρώτο και δεύτερο ρόλο, θα συνεχίσει να… λούζεται τις κατηγορίες (σαν αυτές του Φίνιξ) για υποκειμενικότητα και (ακόμα χειρότερα) συμμετοχή / συνενοχή της στα εμπορικά παιχνίδια των παραγωγών…

Περί ορέξεως… κολοκυθόπιτα

Τα Όσκαρ, που φέτος θα γιορτάσουν την 85η απονομή τους, έπαιζαν για πολλά χρόνια χωρίς ισχυρό αντίπαλο, που να προϊδεάζει έστω λίγο για τις τάσεις, τις προτιμήσεις και το γούστο τους. Οι Χρυσές Σφαίρες (που καμία σχέση δεν έχουν με μέλη και κανόνες της Ακαδημίας μεν, αποτελούν ιδανική πλατφόρμα μέσω της οποίας studios και ατζέντηδες προσελκύουν προσοχή και ενδιαφέρον για τα πιο δυνατά, «οσκαρικά» χαρτιά τους δε), είναι κατά 15 χρόνια «νεότερες», αφού έκλεισαν φέτος τα 70 τους χρόνια. Σημαντικά γηραιότερες, δηλαδή, από τα – σαφώς πιο επιδραστικά στην οσκαρική ψηφοφορία – βραβεία των σωματείων των διαφόρων επαγγελματιών του (χολιγουντιανού) σινεμά, μέλη των οποίων είναι και μέλη της Ακαδημίας: 65 ετών έγιναν φέτος εκείνα των σκηνοθετών (DGA), 64 των σεναριογράφων (WGA), 24 των παραγωγών (PGA) και μόλις 19 των ηθοποιών (SAG).

Την τελευταία 20ετία, όμως, από τότε δηλαδή που το ανεξάρτητο, αμερικανικό σινεμά μπήκε δυναμικά στο mainstream (βλέπε «Γουάινστιν φυγείν αδύνατον»), τα δεδομένα ανατράπηκαν: συχνά, πλέον, η εμπορική επιτυχία και, ως ένα βαθμό, η κριτική αποδοχή μιας ταινίας δεν αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την οσκαρική της πορεία – αντίστροφα, οι οσκαρικές προδιαγραφές μιας ταινίας αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την εμπορική επιτυχία και, ως ένα βαθμό, την κριτική αποδοχή της. Κατά συνέπεια, οι ψηφοφορίες και τα βραβεία των παραπάνω, που προηγούνται εκείνων της AMPAS, θεωρούνται και ιδανικές ευκαιρίες προώθησης / προβολής των οσκαρικών διεκδικητών και φερέγγυα βαρόμετρα για το προς τα πού θα κινηθούν, τελικά, τα αντίστοιχα, κερδισμένα Όσκαρ.

Λαμβάνοντας υπόψη την αριθμητική σύνθεση και τον τρόπο ψηφοφορίας κάθε σωματείου σε σύγκριση με εκείνα της Ακαδημίας, οι κάποιες αναντιστοιχίες στους υποψήφιους των μεν και της δε θεωρούνται κάθε χρόνο αναμενόμενες και φυσιολογικές. Συγκεκριμένα, για τη διαμόρφωση των – κινηματογραφικών και τηλεοπτικών – προτιμήσεων των σωματείων, ψηφίζουν μικρές, προεπιλεγμένες επιτροπές από τα μέλη του στα ανά τις αμερικάνικες Πολιτείες παραρτήματά του, ενώ τους νικητές επιλέγουν όλα τα μέλη καθενός, που ξεπερνούν τις 12.000 ή ακόμα και τις 100.000 (οι ηθοποιοί, μετά τη συγχώνευσή τους με το AFTRA)! Για τις – αποκλειστικά κινηματογραφικές – οσκαρικές υποψηφιότητες από την άλλη, ψηφίζει κάθε επαγγελματική ομάδα της AMPAS για τον κλάδο της (οι ηθοποιοί τους ηθοποιούς, οι σκηνοθέτες τους σκηνοθέτες, κοκ, και όλοι μαζί για την καλύτερη ταινία), ενώ τους νικητές τους διαλέγουν σύσσωμοι οι ψηφοφόροι της (πλην κάποιων κατηγοριών, ειδικής μεταχείρισης, όπως εκείνη της ξενόγλωσσης ταινίας).

ampas440

Τα μέλη της Ακαδημίας, όμως, δεν ξεπερνούν τις 6.000 (5.856, για την ακρίβεια, φέτος), εκ των οποίων τα περισσότερα, σε ποσοστό 22% (1.172) είναι ηθοποιοί. Γι’ αυτό και οι προτιμήσεις του SAG, θεωρούνται κάθε χρόνο ενδεικτικότερες όλων για το ποιοι θα θριαμβεύσουν, κατά πρώτο λόγο στις αντίστοιχες πεντάδες ερμηνείας, και δευτερευόντως σε εκείνη της καλύτερης ταινίας (αφού το SAG βραβεύει καλύτερο καστ – γεγονός που χρίζει φιλμ με πολλαπλές υποψηφιότητες, αλλά ολιγομελές καστ, σαν το «Η Ζωή του Πι» φέτος, απρόβλεπτα μπαλαντέρ στα Όσκαρ). Ακόμα και έτσι, ωστόσο, οι παρεκκλίσεις (ενδεικτικά: πρώτος ρόλος στον Τζόνι Νεπ το SAG, στον Σον Πεν η Ακαδημία το 2004, σε Ντάνιελ Ντέι-Λιούις και Ρενέ Ζελγουέγκερ το μεν, σε Έιντριεν Μπρόντι και Νικόλ Κίντμαν το δε το 2003, σε Τζούλι Κρίστι και Μαριόν Κοτιγιάρ, Μέριλ Στριπ και Κέιτ Γουίνσλετ, Βαϊόλα Ντέιβις και Μέριλ Στριπ, αντίστοιχα, το 2008, 2009 και πέρυσι)  ούτε αξιοπερίεργες, ούτε σπάνιες είναι. Για διάφορους λόγους…

Πρώτον, η δυναμική ανάμεσα στους ψηφοφόρους των σωματείων, οι οποίοι κάνουν όλοι το ίδιο κινηματογραφικό επάγγελμα, διαφέρει σημαντικά από εκείνη μεταξύ των ψηφοφόρων των πολλών διαφορετικών κινηματογραφικών, επαγγελματικών κλάδων της Ακαδημίας (όχι τυχαία φέτος, ουκ ολίγοι από τους ηθοποιούς – μέλη της τελευταίας, δήλωσαν ανωνύμως απογοητευμένοι από την απουσία του Μπεν Άφλεκ στη σκηνοθεσία και φαίνονται αποφασισμένοι να του δώσουν την πρωτιά στην καλύτερη ταινία). Δεύτερον, το γεγονός πως η Ακαδημία είναι ποσοτικά πολύ μικρότερη από τα σωματεία τόσο στο σύνολο της, όσο – κυρίως – και στους επιμέρους κλάδους της (π.χ. εκείνος, ο σημαντικός, των σκηνοθετών μετρά μόλις 369 μέλη, μην ξεπερνώντας σε ποσοστό επί του συνόλου το 6,5%!), κάνει, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, εφικτές τις μεταξύ των μελών της συναντήσεις, συζητήσεις και ανταλλαγές απόψεων – διαδικασία που αποφέρει ένα πολύ πιο οργανικό, εκλεκτικό και ουσιαστικά συλλογικό αποτέλεσμα.

argo440

Τρίτον, ενώ τα σωματεία αναδεικνύουν τους νικητές τους, ψηφίζοντας την αξία δουλειάς συγκεκριμένων υποψηφίων σε συγκεκριμένη (ταινία το PGA, σκηνοθεσία το DGA, σενάριο το WGA) ή μια χούφτα κατηγορία/ες (πρώτων και δεύτερων ρόλων, καστ το SAG), αποκλείοντας ή αδιαφορώντας για οποιουσδήποτε πιθανούς συσχετισμούς, οι ψηφοφόροι των Όσκαρ αναδεικνύουν τους νικητές τους σε κάθε κατηγορία, λαμβάνοντας ταυτόχρονα, (σχεδόν) πάντα, υπόψη τους και τη λοιπή οσκαρική παρουσία της ταινίας στην οποία αυτοί συμμετέχουν. Τουτέστιν, αν και φέτος, όπως όλα δείχνουν, τα μεγάλα βραβεία μοιραστούν και η φόρα του «Επιχείρηση: Argo» δεν ανακοπεί, ένα «κουλό» αλλά πιθανό, πλέον, σενάριο για την 85η Απονομή είναι να θριαμβεύσει το φιλμ του Άφλεκ ως καλύτερη ταινία και να τιμηθούν / βολευτούν / παρηγορηθούν τα «Λίνκολν» και «Οδηγός Αισιοδοξίας» μέσω των Ντάνιελ Ντέι-Λιούις και Τζένιφερ Λόρενς, αντίστοιχα, στους πρώτους ρόλους, και το «Η Ζωή του Πι» μέσω Ανγκ Λι στη σκηνοθεσία.

Και τέταρτον, τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, τα studios των χαμένων στις απονομές των σωματείων αντεπιτίθενται, επαναπροσδιορίζοντας και φρεσκάροντας τις καμπάνιες τους μέχρι την απονομή των Όσκαρ, με σκοπό να ανατρέψουν στο νήμα τα φαβορί, ιδιαίτερα στις κατηγορίες όπου γίνεται ντέρμπι (βλέπε, φέτος, πρώτο γυναικείο και δεύτερο ανδρικό ρόλο).

(Μην) μου τα φαβορί τάραττε

Υπό το φως του παραπάνω «Περί ορέξως… κολοκυθόπιτα», αφενός η πρόσφατη, σταθερή ευστοχία των PGA (οι πέντε τελευταίοι νικητές του θριάμβευσαν και στα Όσκαρ) και DGA (9 φορές στις 10 την τελευταία δεκαετία οι επιλογές του συμφώνησαν με εκείνες της Ακαδημίας) φαντάζει πλέον… συμπτωματική. Και αφετέρου, η πανωλεθρία όλων των προγνωστικών στις φετινές υποψηφιότητες στη σκηνοθεσία (όπου τα outsider, Ντέιβιντ Ο. Ράσελ, Μίκαελ Χάνεκε και Μπεν Ζάιτλιν, πέταξαν έξω τα φαβορί, Κάθριν Μπίγκελοου, Τομ Χούπερ και Μπεν Άφλεκ) μοιάζει λιγότερο παράλογη. Γιατί, στην πραγματικότητα, μόνο η περίπτωση Άφλεκ δε βγάζει νόημα (εκτός και αν παρασυρθούμε σε εξωπραγματικές… κατινιές του στιλ «βάλθηκαν οι σκηνοθέτες να τιμωρήσουν του ηθοποιούς που τους κλέβουν τη δουλειά και τα βραβεία»…).

zerodark440

Οι απανταχού σφόδρα αρνητικές αντιδράσεις για το «Zero Dark Thirty» της Μπίγκελοου, που κάποιοι, συμπεριλαμβανομένων και οσκαρικών ψηφοφόρων, κατηγόρησαν (και αποφάσισαν να μποϊκοτάρουν) επειδή παρουσιάζει, λέει, τα βασανιστήρια ως «δικαιολογημένη και αποτελεσματική» μέθοδο ανάκρισης (κάτι, βέβαια, που ο κόσμος το έχει τούμπανο και η CIA κρυφό καμάρι), το στιγμάτισαν ως επικίνδυνα αμφιλεγόμενο και πάτησαν απότομα φρένο στην οσκαρική του πορεία. Όσον αφορά το Χούπερ, εξάλλου, παρά τους ψιθύρους (και τα tweet) για ενθουσιώδη ανταπόκριση στις πρώτες, «for your consideration», προβολές του, όταν το «Les Misérables» συνάντησε, επιτέλους, κοινό και κριτικούς, από τη μια όλοι υποκλίθηκαν ανεπιφύλακτα σε όλο το καστ γενικά, στους Ανν Χάθαγουεϊ και Χιου Τζάκμαν ειδικά, από την άλλη, όμως, εξέφρασαν αμφιβολίες για την ευστοχία σε ιδιαιτερότητες του φιλμ για το είδος του μιούζικαλ γενικά, και των σκηνοθετικών του επιλογών ειδικά. Έτσι, ούτε η προτίμηση στον – σκηνοθέτη του φετινού «πρωταθλητή» του Γουάινστιν, «Οδηγός Αισιοδοξίας» – Ο. Ράσελ, ούτε εκείνη στον – παραλήπτη της σκυτάλης από τους επίσης υποψηφίους στο παρελθόν Ακίρα Κουροσάουα, Λίνα Βερτμίλερ, Φρανσουά Τριφό, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και Φεντερίκο Φελίνι – εκτός αμερικανικών συνόρων auteur του «Αγάπη», Χάνεκε, ξαφνιάζει, τελικά.

Αντίθετα, πολλές θεωρίες ακούστηκαν για τη λύση στο μυστήριο του αποκλεισμού του Άφλεκ, αλλά καμία αρκετά πειστική ή βάσιμη. Μέχρι που η εφημερίδα The New York Times αποκάλυψε τις δραματικές αλλαγές που έλαβαν χώρα τα τελευταία χρόνια στον «λιλιπούτειο», όπως τον χαρακτηρίζει, κλάδο των σκηνοθετών της Ακαδημίας, και έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Παρατήρησε, λοιπόν, πως από το 2008 μέχρι σήμερα απεβίωσαν μερικοί από τους πιο θρυλικούς, «καθαρόαιμα» χολιγουντιανούς σκηνοθέτες / αγαπημένα παιδιά των studios, που ταυτόχρονα ήταν βετεράνοι οσκαρικοί ψηφοφόροι του κλασικού, «ακαδημαϊκού» γούστου, σαν τους Σίντνεϊ Πόλακ, Τζον Χιουζ, Μπλέικ Έντουαρντς και Σίντνεϊ Λουμέτ.

Για να αναπληρώσει το κενό τους, παραμένοντας ταυτόχρονα συνεπής στη, χρόνο με το χρόνο, όλο και πιο φιλότιμη και συντονισμένη προσπάθειά της να αλλάξει το γερασμένο, συντηρητικό και παλιομοδίτικο προφίλ των μελών της, κάνοντάς το πιο φρέσκο, τολμηρό, πολυφυλετικό και πολυπολιτισμικό, η AMPAS προσκάλεσε και δέχτηκε ως μέλη της κάθε άλλο παρά συνήθεις υπόπτους: τους αδελφούς Νταρντέν (!), Φιλίπ Φαραλντό («Ο Εξαιρετικός Κύριος Λαζάρ»), Μισέλ Αζαναβίσιους («The Artist»), Μίκαελ Ρόσκαμ («Μοσχαροκεφαλή»), Γουόνγκ Καρ Γουάι, Γκρεγκ Αράκι, Νιλ Μπέργκερ («Ο Μάγος Αϊζενχάιμ»), Γιοτζίρο Τακίτα («Αναχωρήσεις»), Ζακ Οντιάρ, Λόνε Σέρφιγκ («Μια Κάποια Εκπαίδευση») και Τέρενς Μάλικ! Για την ακρίβεια, τονίζει η εφημερίδα, από τους 25 σκηνοθέτες που προσκλήθηκαν να γίνουν μέλη της Ακαδημίας τα τελευταία τρία χρόνια, μόνο ένας, ο Άνταμ Σάνκμαν («Hairspray» και «Rock of Ages») είναι παλαιάς, χολιγουντιανής κοπής.

oscar440

Συμπεράσματα που προκύπτουν από όλα τα παραπάνω; Δύο. Το ένα λέει πως με αφετηρία τούς πιο ολιγομελείς, και δη ευμετάβλητους κλάδους της, αργά αλλά σταθερά (την τελευταία εικοσαετία), πιο συνειδητά από ποτέ (μετά το 2010), η Ακαδημία αρχίζει να αλλάζει ταυτότητα, νοοτροπία και προσανατολισμό. Το… μονοκούκι σε αυστηρά στουντιακά, περισσότερο ή λιγότερο ακριβοθώρητα, μεγαλεπήβολα, ιστορικά «ευσυνείδητα» έπη εποχής (από το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» μέχρι τα «Χορεύοντας με τους Λύκους», «Η Λίστα του Σίντλερ» και το ευφάνταστα «μπάσταρδο» chick flick του Τζέιμς Κάμερον, «Τιτανικός) και δακρύβρεχτες κοινωνικές μελούρες («Συνηθισμένοι Άνθρωποι», «Σχέσεις Στοργής», «Πέρα από την Αφρική») ανήκει (χρόνο με το χρόνο όλο και πιο) οριστικά στο παρελθόν. Τώρα, πια, «γουστάρει» να μοιράζει την αγάπη / σεβασμό / υποψηφιότητες / βραβεία της σε φιλμικά πλάσματα ενός σινεμά πιο ιδιοσυγκρασιακού – που επιτρέπει αμόλυντη (από κάθε είδους εξωγενείς επιταγές), απόλυτη δημιουργική ελευθερία και δύναμη στους λειτουργούς του (σκηνοθέτες, ηθοποιούς, σεναριογράφους, χρηματοδότες / υποστηρικτές του, και όχι μόνο). Ένα (όχι απαραίτητα) φθηνό σινεμά, που γεννιέται με κόπο, πείσμα και επιμονή, κόντρα σε όλα τα εμπόδια της κοινής λογικής, μην κάνοντας το χατίρι κανενός. Ένα σινεμά, δηλαδή, στο οποίο, παραδόξως, αλλά όχι άδικα χωράνε εξίσου και το δια χειρός Ντάνι Μπόιλ μετά-Bollywood «Slumdog Millionaire» των 8 Όσκαρ, και ο επίλογος της ποικιλοτρόπως καινοτόμας κινηματογραφικής τριλογίας με περίφημη λογοτεχνική καταγωγή «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Η Επιστροφή του Βασιλιά» του Πίτερ Τζάκσον και των 11 Όσκαρ, και το χειροποίητο, ασπρόμαυρο και βουβό «The Artist» των 5 Όσκαρ, αλλά και η high-tech, ρηξικέλευθα καινοτόμα στη σύνθεσή της, οικολογικής ευαισθησίας κοσμογονική φαντασμαγορία επιστημονικής φαντασίας του Κάμερον «Avatar» με τις 9 υποψηφιότητες και τα 3… τεχνικά Όσκαρ.

avatar440

Ταυτόχρονα, βέβαια, (κακές) συνήθειες και (ασφαλείς, βολικές) παραδόσεις 80 και κάτι χρόνων είναι δύσκολο να πάψουν. Έτσι και φέτος, οι οσκαρικές υποψηφιότητες μαρτυρούν απροκάλυπτα αφενός τη μανία της Ακαδημίας με τα αληθινά, συχνά ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα (μαζί με τη Μάργκαρετ Θάτσερ της Μέριλ Στριπ, 63 είναι μέχρι στιγμής οι ηθοποιοί που πήραν Όσκαρ ενσαρκώνοντας υπαρκτά πρόσωπα, σε 40 πρώτους και 23 δεύτερους ρόλους!), και αφετέρου την αδιαφορία της για τα φιλμ της λεγόμενης pop κουλτούρας. Τουτέστιν, η νέτη – σκέτη, αυθεντική, εμπορικά και καλλιτεχνικά επιτυχημένη (έξω φυσικά, και ουχί στο… Ελληνιστάν) κωμωδία «Ted», και φέτος (όπως πέρυσι, με τις παρούσες μόνο σε πρωτότυπο σενάριο και δεύτερο ρόλο «Φιλενάδες») πήρε τον… εεε… δύο ειδικές μνείες της παρηγοριάς: υποψηφιότητα για Όσκαρ τραγουδιού και την επιλογή του δημιουργού της, Σεθ ΜακΦάρλεϊν, ως οικοδεσπότη της απονομής. Πλην της κωμωδίας, εξάλλου, η Ακαδημία για πολλοστή φορά, επίσης, έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα σε βασικές κατηγορίες: στην πρωτότυπη, αναπάντεχα μεγάλης καρδιάς, επιστημονική φαντασία («Looper») και το blockbuster υπέρ-ηρωικής και μη δράσης, παρόλο που φέτος, στα καλύτερά του, κατέκτησε αμαχητί, όχι μόνο τα πλήθη του κοινού, αλλά και των κριτικών, χάρη στους «Εκδικητές» τού – λατρεμένου nerd – Τζος Γουίντον και στον – κατά πολλούς ευστοχότερο Τζέιμς Μποντ της Ιστορίας – «Skyfall» του ήδη οσκαρούχου Σαμ Μέντες.

skyfall440

Το άλλο, έτερο συμπέρασμα, προειδοποιεί τον Άφλεκ και την παρέα του για συγκρατημένη αισιοδοξία τη βραδιά της απονομής. Μπορεί η «Επιχείρηση: Argo» να έχει σαρώσει ό,τι προ-οσκαρικό βραβείο υπάρχει, όντας μια ταινία για το Χόλιγουντ και την εν δυνάμει (και πολιτική) επιρροή του στην πραγματικότητα, εκτός, όμως, από την αλλαγή (ακόμα, βέβαια, μικρή και στην αρχή της) στις διαθέσεις της Ακαδημίας που διακρίναμε παραπάνω, η φετινή ψηφοφορία κρύβει και άλλες, μεγάλες, όσο ποτέ άλλοτε, παγίδες. Όχι μόνο επειδή η δυναμική μεταξύ των κλάδων της Ακαδημίας είναι πρωτοφανώς αστάθμητη και ανταγωνιστική οπότε, ακόμα και αν σύσσωμοι ηθοποιοί (1.172) και παραγωγοί (450) υποστηρίξουν πεισματικά το «Argo», δεν μπορούν να του εγγυηθούν τη νίκη, αφού και αθροιστικά δεν ξεπερνούν το 40% επί του συνόλου των οσκαρικών ψηφοφόρων, και το υπόλοιπο, άνω του 60% αποτελείται από τους πιο ολιγομελείς και ανανεωμένους κλάδους (που ενδέχεται να φρίξουν στην ιδέα / τεράστιο πισωγύρισμα του να βραβεύσουν – α λα το εν έτει 1989, «Ο Σοφέρ της Κυρίας Νταίζυ» – ως καλύτερη ταινία ένα φιλμ που δε σκόραρε ταυτόχρονη υποψηφιότητα στη σκηνοθεσία). Ούτε γιατί και τις προηγούμενες δύο φορές που ο νικητής του DGA (το 1996, ο Ρον Χάουαρντ για το «Απόλλων 13», και το 1987, ο Σπίλμπεργκ για «Το Πορφυρό Χρώμα») ήταν απών στις υποψηφιότητες για το Όσκαρ σκηνοθεσίας, δεν πήρε τελικά εκδίκηση με το Όσκαρ καλύτερης ταινίας (ο πρώτος έχασε από το «Braveheart», ενώ ο δεύτερος από το «Πέρα Από την Αφρική». Ούτε τέλος, επειδή, όπως προείπα, managers, ατζέντηδες και στουντιακοί ιθύνοντες των έως τώρα χαμένων δεν έχουν πει ακόμα την τελευταία τους λέξη στις οσκαρικές καμπάνιες τους. Αλλά κυρίως επειδή, αντίθετα με όλους του άλλους (Ενώσεις Κριτικών, Χρυσές Σφαίρες, σωματεία), φέτος τα μέλη της Ακαδημίας ψήφισαν εντελώς διαφορετικά από ό,τι είχαν μάθει μέχρι πέρυσι…

Το μυαλό θέλει, το σώμα (ακόμα) αδυνατεί

Όπου μυαλό οι ιθύνοντες (εκάστοτε Πρόεδρος και Διοικητικό Συμβούλιο) της Ακαδημίας, και σώμα τα μέλη της. Οι μεν, μεταξύ άλλων, πρέπει να φροντίσουν για την ομαλή διεξαγωγή της ψηφοφορίας για τα Όσκαρ, της τελετής απονομής τους και της τηλεοπτικής, εμπορικής επιτυχίας της τελευταίας. Οι δε οφείλουν απλά να ψηφίσουν δις (πρώτα για τους υποψηφίους και μετά για τους νικητές). Όσο, όμως, προσπαθούν οι μεν να ανατρέψουν τις σταθερά φθίνουσες τηλεθεάσεις (την τελευταία 20ετία, κορυφή έπιασε η χρονιά του «Τιτανικού» με 34.9%, πάτο εκείνη του «Καμία Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους» με 18.7%, ενώ με το «Ο Λόγος του Βασιλιά», το 2011, έφτασε μέχρι το 21.2%) του λουσάτου, τρίωρου (στην καλύτερη περίπτωση) υπερθεάματος της Απονομής, τόσο τους υπονομεύουν οι δε με τις επιλογές τους.

84h440

Καθώς είδε και αποείδε, λοιπόν, με την ανικανότητα του κατά 94% λευκού, κατά 77% αρσενικού και κατά 84% άνω των 50 ετών «σώματος» να συμπεριλάβει στην εν δυνάμει δεκάδα (από το 2010 και μετά) της καλύτερης ταινίας πιο ελκυστικά στους τηλεθεατές φιλμ, το «μυαλό» βάλθηκε να του ταράξει τις ισορροπίες και να το φρεσκάρει δραματικά. Έτσι, το περασμένο καλοκαίρι οι αναπάντεχες, τολμηρές, ακραία εναλλακτικές και πολυπολιτισμικές επιλογές του, όσον αφορά τα νέα μέλη του σκηνοθετικού κλάδου, συνοδεύτηκαν από ανάλογου πνεύματος προσθήκες στους ηθοποιούς (Μισέλ Γεό, Κέρι Γουόσινγκτον και Άντι Σέρκις, μεταξύ άλλων), στους καλλιτεχνικούς διευθυντές (π.χ. την Μαρία Τζούρκοβιτς του υποβλητικά ατμοσφαιρικού «Και ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι»), στους διευθυντές φωτογραφίας (ενδεικτικά, τον «πολυμορφικού» έργου Άλβιν Κούτσλερ των «Hanna» και «Sunshine»), και όχι μόνο. Συνολικά, «μυαλό» και «σώμα» υποδέχτηκαν 176 νέα μέλη, ενώ παράλληλα, το μεν άρχισε να απλοποιεί και να εκλογικεύει τίτλους και εκλογικούς κανόνες στις πιο αναίτια ιδιάζουσες κατηγορίες του.

Έτσι εκείνες των ειδικών εφέ και του τραγουδιού, με τις έως τώρα περίπλοκες προκριματικές ψηφοφορίες, δεν περιορίζονται πλέον στους τρεις, κολοβούς υποψηφίους, για τα ντοκιμαντέρ και τις μικρού μήκους ταινίες (live action και animation) ψηφίζουν πλέον όλα τα μέλη της Ακαδημίας, η κατηγορία του μακιγιάζ μετονομάστηκε σε «μακιγιάζ και κούρεμα» και οι προκριματικοί όροι της ξενόγλωσσης ταινίας έγιναν λιγότερο αυστηροί (άντε, με το καλό, να ψηφίζουν όλοι και για αυτή).

Η απόλυτη κίνηση ματ, όμως, στην οποία προέβη φέτος το κέντρο αποφάσεων της AMPAS, ήταν να μεγαλώσει μεν την περίοδο ψηφοφορίας για τις οσκαρικές υποψηφιότητες από 4 σε 6 εβδομάδες, μετατοπίζοντάς την, όμως, ταυτόχρονα κατά 15 μέρες νωρίτερα. Και αυτό για να προλάβει τις επιλογές των Χρυσών Σφαιρών και των Σωματείων, ώστε τα μέλη της να ψηφίσουν πιο ανεπηρέαστα και όσο το δυνατό πιο αντικειμενικά. Τι κι αν έγινε μικρό και ασήμαντο ή μεγάλο και καταλυτικό (ανάλογα με το ποιον θα ακούσεις) μπάχαλο με τα διαδικτυακά ψηφοδέλτια που εγκαινίασε φέτος για μεγαλύτερη ευκολία, προκαλώντας παράπονα και άγχος στα μέλη της που δεν μπορούσαν να μπουν στο σύστημα και χρίζοντας τελευταία στιγμή απαραίτητη και τη χρήση των… παραδοσιακών, χάρτινων ψηφοδελτίων; Το αποτέλεσμα ήταν όσο απρόβλεπτο, αμφιλεγόμενο και – φαινομενικά, τουλάχιστον – αψυχολόγητο ήλπιζε το «μυαλό», πατώντας τόσο κόκκινο στο σασπένς για το ποιοι, τελικά, θα φύγουν με το χρυσό αγαλματάκι (αν μη τι άλλο στη σκηνοθεσία, που είναι και ένα από τα βραβεία που ανακοινώνονται στο τέλος της απονομής) το βράδυ της 24ης Φεβρουαρίου, όσο και, κατά συνέπεια, γκάζι στα μηχανάκια τηλεθέασης. Και του χρόνου, βρε, με το θριαμβευτή όλων των άλλων, προηγούμενων βραβείων, απόντα και από την οσκαρική καλύτερη ταινία!

Η "Νυμφομανής" Σαρλότ Γκενσμπούρ αποκαλύπτεται

Η πρώτη φωτογραφία από το πολυσυζητημένο «Nymphomaniac» έδειχνε σε μακρινό πλάνο τη Τζο - Σαρλότ Γκενσμπούρ πεσμένη σε απόμερο δρόμο, όπου προφανώς τη βρίσκει ο γοητευτικός Σέλινγκμαν – Στέλαν Σκάρσγκαρντ, σύμφωνα με την επίσημη σύνοψη της ταινίας: το στόρι θέλει μια νυμφομανή γυναίκα (εθισμένη στο σεξ κατά τη δική της παραδοχή), άγρια κακοποιημένη κι ανυπεράσπιστη να περιμαζεύεται από μυστηριώδη εργένη που ακούει την ιστορία της ζωής της όσο εκείνη αναρρώνει στο σπίτι του. Στα πολλά φλας μπακ της ταινίας θα εμφανιστούν ο Σάια ΛαΜπέφ, η Ούμα Θέρμαν, ο Τζέιμι Μπελ, ο Κρίστιαν Σλέιτερ, η Κόνι Νίλσεν και η Στέισι Μάρτιν.
Η ταινία του προβοκάτορα Δανού, που έχει προετοιμάσει το κοινό για σκηνές πραγματικού σεξ, δίνει ακόμα μια φωτογραφία στη δημοσιότητα με τη μούσα του ημίγυμνη ανάμεσα σε δυο καλογυμνασμένους μαύρους άνδρες,
. Το enfant terrible του ευρωπαϊκού σινεμά έχει ανακοινώσει δύο μοντάζ του υλικού, μία εκδοχή πιο «λογοκριμένη» προκειμένου να μην αποκλειστεί από την ευρεία διανομή (πάντα για θεατές άνω των 17), αλλά και μια εκδοχή με όλες τις hard core ερωτικές σκηνές, όπως ο σκηνοθέτης την έχει οραματιστεί. Η φωτογραφία επομένως δεν ξαφνιάζει και μαζί με ό,τι υπαινίσσεται για τη συνέχεια της σκηνής. Άλλωστε με ένα σενάριο πάνω από 250 σελίδες και ένα πρώτο cut του υλικού των γυρισμάτων που άγγιζε τις 7 ώρες, η πρόθεσή του να κάνει δύο (τουλάχιστον) ταινίες και μια εκδοχή με πολλά extras είναι εμφανής.
Αποσπάσματα από το φιλμ, που ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί (είναι στο post production), προβλήθηκαν σε ειδικό screening για τους διανομείς στη Μπερλινάλε, ενώ θα έχει ενδιαφέρον να δούμε αν ο Τρίερ θα μπορέσει να φέρει το «Nymphomaniac» στις Κάννες το Μάιο, μετά από τα επεισόδια, τις δηλώσεις, τους αποκλεισμούς και τις συγγνώμες που σφράγισαν το Φεστιβάλ του 2011, παραγκωνίζοντας από τα βραβεία τη «Μελαγχολία» του.
Η «ποιητική και άγρια» όπως αναφέρεται στα δελτία Τύπου ιστορία της Τζο, θα ξετυλιχθεί, από τη γέννησή της μέχρι τα 50 της χρόνια, μέσα από τις αφηγήσεις της στο κρεβάτι του πόνου, εκεί όπου προφανώς κατάληξε μετά από όλο και πιο επικίνδυνους σεξουαλικούς πειραματισμούς – επιλογές που οδήγησαν στην κακοποίησή της και την εγκατάλειψή της στο δρόμο, σημείο απ' όπου ξεκινάει η ταινία.

Το προκλητικό προφίλ του Δανού, οι «καυτή» φωτογραφία της μούσας του, το buzz γύρω από μια σινεφίλ ταινία με πραγματική σεξουαλική πράξη είναι αρκετά για να εξάψουν το ενδιαφέρον, μαζί με το αναγνωρίσιμο καστ που προφανώς θα συνοδεύει τη Γκενσμπούρ στις ερεθιστικές αφηγήσεις της.
Update: Η Magnolia Pictures, που αγκάλιασε το "Χορεύοντας στο Σκοτάδι" και τη "Μελαγχολία" είναι πολύ κοντά σε συμφωνία και για να αναλάβει και το "Nymphomaniac".

πηγή περιοδικό σινεμά

85 χρόνια Οσκαρ σε μια αφίσα


Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Ο Βυσσινόκηπος 100 χρόνια μετά

Αυτή την στιγμή στην Αθήνα παίζονται τρεις διαφορετικές παραστάσεις του γνωστού έργου του Τσέχωφ, οι δύο από αυτές, μάλιστα, παίζονται στο ίδιο θέατρο(Επί Κολωνώ) και αποτελούν διασκευές του Τσεχοφικού θεατρικού κειμένου («6 βύσσινα στον Κήπο» και «Κίεβο» αν και το δεύτερο απλά παίρνει ως αφορμή το διάσημο έργο)! Ίσως είναι η χρονιά του Βυσσινόκηπου, μια και αυτή την στιγμή κάνει πρεμιέρα το έργο και στην Θεσσαλονίκη(σε ένα νεοκλασικό σπίτι) και τον Νοέμβρη παίχτηκε και σε ένα κλειστό Λούνα Παρκ στην Κύπρο!

Κίεβο
O «Βυσσινόκηπος» (1903) του Τσέχωφ τελειώνει με την παρηκμασμένη οικογένεια των αστών να πουλάει το κτήμα της και οι νέοι ιδιοκτήτες να κόβουν τις βυσσινιές. Το «Κίεβο» (2003), του Σέρχιο Μπλάνκο, αρχίζει έναν αιώνα μετά, με τους αστούς απογόνους της οικογένειας που αγόρασε ένα σπίτι σε εκείνο το κτήμα, να το πουλάει επίσης, αλλά για να γίνει κήπος με ψεύτικες βυσσινιές για το εμπορικό κέντρο που έχει χτιστεί δίπλα! Πρόκειται για αλληγορία για τον ακραίο 20ο  αιώνα και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα οποία διαπράχθηκαν στη διάρκειά του.
Ο συγγραφέας δίνει στο έργο το όνομα όχι της πόλης στην οποία εκτυλίσσεται, άλλης μιας άλλης (μιας πόλης που υπήρξε ένα από τα παλαιότερα θρησκευτικά κέντρα) εξ αφορμής της είδησης που διαβάζει ένας από τους ήρωες στην εφημερίδα, ότι ένα πυρηνικό ατύχημα (σαφής αναφορά στο Τσερνομπίλ) εξαφανίζει ολόκληρο το Κίεβο.
Η βάση της ιστορίας είναι η εξής: η μάνα με την κόρη και τον ανάπηρο γιο, έρχεται για μια τελευταία επίσκεψη στο εξοχικό της οικογενείας, πριν αυτό πουληθεί και κατεδαφιστεί. Εδώ και δέκα χρόνια δεν το έχουν επισκεφτεί, γιατί εκεί σκοτώθηκε ο μικρότερος γιός της. Αυτό το διάστημα είχε αναθέσει την επίβλεψη του σπιτιού στον αδερφό της, ο οποίος το μετέτρεψε σε χώρο βασανισμού και ταφής αντιφρονούντων στο Σταλινικό καθεστώς.
Η μάνα σε όλο το έργο είτε πίνει, είτε υποδύεται το θύμα, ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούν να της κρύψουν την αλήθεια, τα παιδιά της θέλουν να βρουν την αλήθεια, αλλά αποδεικνύονται θύματα και στο τέλος και ο φίλος αλλά και η μάνα αποδεικνύεται ότι τελικά δεν ήταν και τόσο αθώοι..... Την ιστορία οδηγεί, τελικά, αποκλειστικά ο θείος, καθώς κάνει τους πάντες ότι θέλει με τα λόγια ή με βάναυσες πράξεις...
Η βίλα της οικογένειας στο «Κίεβο» δεν αποτελεί αποκύημα της φαντασίας του Γαλλο-ουρουγουανού συγγραφέα. Ολόκληρη η Λατινική Αμερική είναι γεμάτη από τέτοιες βίλες με σκοτεινή ιστορία, οι οποίες μετατράπηκαν σε μυστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης από τις εκάστοτε δικτατορίες, αλλά σε αυτή την ιστορία της οικογένειας Μπαντενβάιλερ (έτσι ονομαζόταν το χωριό στο οποίο πέθανε ο Τσέχωφ), δεν υπάρχει μόνο αυτό το δράμα! Ο συγγραφέας φορτώνει το έργο με όλα τα δεινά του κόσμου: αιμομιξία, κακοποίηση ανάπηρου, εθισμό στην μορφίνη και το αλκοόλ, σχέσεις απέχθειας σε μια δυσλειτουργική οικογένεια, οικονομικές και πολιτικές ίντριγκες, λαγνεία, εκβιασμός και ανομολόγητος έρωτας, απόπειρα δολοφονίας, αυτοκτονία, ενώ έχουν προηγηθεί και δύο θάνατοι!
Η απόπειρα βιασμού της κόρης, φάνταζε τόσο άσχετη, που προς στιγμή σκέφτηκα ότι μπορεί να μην ήταν καν γραμμένη από το συγγραφέα....  Μετά, όμως, καταλαβαίνεις ότι  αυτό το έργο όχι απλά το παραφόρτωσε, αλλά έβαλε ότι είχε και δεν είχε !
Με αφορμή, λοιπόν, τον Βυσσινόκηπο, και παίρνοντας και μερικά στοιχεία από τον Γλάρο (που ως γνωστόν μοιάζει έτσι κι αλλιώς με τον Βυσσινόκηπο), μιλά για την χώρα του (παρόλο που η δράση παραμένει στην Ρώσικη επαρχία), για τα δεινά του λαού του (μέσα από το προσωπείο του σταλινισμού) και για την αστική τάξη, που όπως η παλαιότερη αριστοκρατική του «Βυσσινόκηπου», βλέπει κι αυτή, ανήμπορη να παρέμβει, την περιουσία της να ισοπεδώνεται. Όμως, με όλα αυτά τα φρικτά που συμβαίνουν, ο συγγραφέας αποπροσανατολίζει τον θεατή από αυτό που πραγματικά ήθελε να πει και φτιάχνει ένα σκληρό δράμα το οποίο, όμως, αν τύχει σε ατάλαντους συντελεστές θα θυμίζει σαπουνόπερα σε γρήγορη μορφή! Πρόκειται για ένα έργο που μπορεί, είτε να αποτελέσει ναυάγιο, είτε να βοηθήσει σε μια μεγάλη θεατρική και υποκριτική επιτυχία, χωρίς όμως να το αξίζει και απόλυτα...
Ευτυχώς, η παράσταση του θεάτρου Επί Κολωνώ καταφέρνει να μην γίνει ναυάγιο μια και όλοι οι συντελεστές της είναι πολύ έμπειροι. Η σκηνοθεσία είναι της, ιδιοκτήτριας του θεάτρου, Ελένης Σκότη, τα πολύ καλά βίντεο του Μιχάλη Κλουκίνα (βίντεο) και οι εξαιρετικοί φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη.
Ο Γιώργος Χατζηνικολάου αξίζει ειδική μνεία για το σκηνικό, με την όρθια επιβλητική πισίνα και τον βατήρα. Τα γυναικεία κουστούμια του δεν με ενθουσίασαν, αλλά, προφανώς, ήθελε όλα τα ρούχα να περάσουν αδιάφορα.... Η πισίνα που δεσπόζει όχι μόνο στο σκηνικό, αλλά και στα λόγια και στο μυαλό των ηρώων, είναι, εκτός από καθρέφτης των πράξεών τους, και το σκοτεινό εγκληματικό παρελθόν όλων σχεδόν. Κάθε τόσο κοιτάζουν τα βρώμικα και πηχτά νερά της, που κρύβουν μυστικά, αλλά και την δικιά τους δειλία, σιωπή και συνενοχή....
Η παράσταση έχει μια καινοτομία: τον πρωταγωνιστικό ρόλο μοιράζονται  δύο καταξιωμένες πρωταγωνίστριες σε εναλλασσόμενη διανομή! Η Φιλαρέτη Κομνηνού υποδύεται εναλλάξ με την Καρυοφυλιά Καραμπέτη, την σκληρόκαρδη, αλκοολική και  εγωκεντρική μητέρα, ανίκανη να νιώσει αγάπη ή αποτροπιασμό.
Είδα την παράσταση με την Καρυοφυλλιά, αλλά όλοι λένε ότι η Φιλαρέτη δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας, άρα θα προσπαθήσω να ξαναπαρακολουθήσω την παράσταση....  Η Καραμπέτη τα τελευταία χρόνια έχει, ευτυχώς, αποβάλλει τον στόμφο που την χαρακτήριζε και, προσωπικά, δεν άντεχα. Έδωσε μια πολύ καλή ερμηνεία της παρηκμασμένης μεσήλικης γυναίκας (με εξαίρεση ότι τα πρώτα λεπτά με δυσκολία την ακούγαμε). Η κόρη, Ηλιάνα Μαυρομάτη, λιτή αλλά περιεκτική, ενώ ο γιος, Γιάννης Λεάκος, καλός και σωστός στον ρόλο του καθηλωμένου νέου στο αναπηρικό καροτσάκι, ο οποίος βράζει μέσα του. Λίγο πιο χαμηλών τόνων από όσο, ίσως,  θα έπρεπε ήταν ο Δημ. Λάλος, ως παλιός φίλος της οικογενείας, συνένοχος και θύμα συγχρόνως.  Άφησα τελευταίο το «τέρας» του έργου, τον βασανιστή, σοδομιστή, αιμομίκτη και δολοφόνο θείο. Ο Στάθης Σταμουλακάτος υποστήριξε πολύ καλά το ρόλο του κακού και η μόνη μου ένσταση ήταν στην ελαφρά προβληματική άρθρωση του.
Οικογενειακό θρίλερ με προφανείς συμβολισμούς, αλλά συγχρόνως και ένα υπερβολικά φορτωμένο έργο που μπλέκει την παρακμή της αριστοκρατίας με τα βασανιστήρια των δικτατοριών και αφήνει ανοιχτούς λογαριασμούς μεταξύ των ηρώων.
“Επί Κολωνώ”, Λένορμαν και Ναυπλίου (metro Μεταξουργείο), Ενημερωθείτε τηλεφωνικά για το ποιές μέρες και ώρες παίζει η Καραμπέτη και ποιές η Κομνηνού. (Υπάρχει και μειωμένο εισιτήριο αν θέλετε να δείτε και τις δύο εκδοχές. Μην ξεχνάτε ότι στο ίδιο θέατρο παίζεται κι άλλη παραλλαγή του τσεχωφικού Βυσσινόκηπου).

πηγή
http://www.attikipress.gr/42279/o-vyssinokhpos-100-xronia-meta 

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

ΝΕΑ

Αμφιβολίες για τη συνύπαρξη ανθρώπων και Νεάντερταλ

Λονδίνο
Το αν ο σύγχρονος άνθρωπος (Homo sapiens) συνυπήρξε για κάποιο χρονικό διάστημα με τους Νεάντερταλ καθώς και τι είδους σχέσεις αναπτύχθηκαν ανάμεσα στα δύο είδη αποτελεί ένα από τα μεγάλα μυστήρια της ανθρωπολογίας. Γύρω από αυτό το θέμα έχουν αναπτυχθεί πολλές θεωρίες χωρίς ωστόσο να έχουν υπάρξει μέχρι σήμερα αδιάσειστα στοιχεία που να ξεκαθαρίζουν τι συνέβη. Οι μελέτες που έγιναν τα τελευταία χρόνια έκλιναν προς την πλευρά της συνύπαρξης. Διεθνής ομάδα ερευνητών όμως θέτει εκ νέου σε αμφισβήτηση αυτή τη θεωρία.

Οι θεωρίες
Οι Νεάντερταλ ζούσαν σε πολλές περιοχές της Ευρώπης για χιλιάδες χρόνια σταδιακά όμως οι πληθυσμοί τους άρχισαν να συρρικνώνονται. Μια θεωρία αναφέρει ότι βασική αιτία για την εξαφάνιση των Νεάντερταλ ήταν οι κλιματικές αλλαγές στις οποίες δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν.
Εχει διαπιστωθεί ότι οι τελευταίοι πληθυσμοί των Νεάντερταλ βρήκαν καταφύγιο στην Ιβηρική Χερσόνησο και οι έρευνες για αυτούς έχουν επικεντρωθεί τα τελευταία χρόνια εκεί όπου ανακαλύπτονται κατά καιρούς σχετικά ευρήματα. Η μελέτη των ευρημάτων έχει οδηγήσει την επιστημονική κοινότητα στην εκτίμηση ότι οι Νεάντερταλ εξαφανίστηκαν πριν από περίπου 30 χιλιάδες έτη. Η έλευση του σύγχρονου  ανθρώπου στην Ευρώπη και ειδικότερα η οργανωμένη παρουσία του στην Ισπανία υπολογίζεται ότι συνέβη πριν από περίπου 40 χιλιάδες έτη.
Αυτό σημαίνει ότι ο σύγχρονος άνθρωπος και οι Νεάντερταλ είχαν πολύ χρόνο στη διάθεση τους όχι μόνο για να συνυπάρξουν αλλά ακόμη και για να υπάρξει διασταύρωση των δύο ειδών. Η θεωρία της διασταύρωσης των δύο ειδών ενισχύθηκε σημαντικά από πρόσφατες έρευνες που αποκάλυψαν την ύπαρξη DNA Νεάντερταλ σε σημερινούς πληθυσμούς και ειδικά σε Ευρωπαίους.
Ομως ορισμένοι ειδικοί διαφώνησαν υποστηρίζοντας ότι αυτά τα γενετικά ευρήματα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι προϊόν της διασταύρωσης των δύο ειδών αλλά ότι μπορεί να προέρχονται από κάποιον κοινό τους πρόγονο.

Τα οστά
Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης σε συνεργασία με συναδέλφους τους από το Ανοικτό Πανεπιστήμιο της Ισπανίας αποφάσισαν να μελετήσουν οστά Νεάντερταλ που εντοπίστηκαν στη νότια Ισπανία. Τα οστά αυτά είχαν μελετηθεί στο παρελθόν και τα αποτελέσματα εκείνων των ερευνών είχαν δείξει ότι η ηλικία τους είναι συμβατή με την παρουσία του σύγχρονου ανθρώπου στην Ισπανία. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μια νέα μέθοδο χρονολόγησης των οστών η οποία έδειξε ότι τα οστά αυτά έχουν ηλικία 50 χιλιάδων ετών -χρονολογούνται δηλαδή δέκα χιλιάδες έτη πριν από την έλευση του σύγχρονου ανθρώπου στην περιοχή. «Τα ευρήματα της έρευνας δημιουργούν αμφιβολίες σε ό,τι αφορά τη θεωρία της συνύπαρξης ανθρώπων και Νεάντερταλ στην Ιβηρική Χερσόνησο. Η θεωρία της συνύπαρξης στηρίχθηκε στις μελέτες χρονολόγησης που έδειχναν ότι οι Νεάντερταλ ζούσαν πριν από 35 χιλιάδες έτη στην Ισπανία» αναφέρει η Ρέιτσελ Γουντ, επικεφαλής της έρευνας.
Οι ειδικοί εκτιμούν τώρα πως τα αποτελέσματα των προηγούμενων ερευνών ίσως είναι λανθασμένα επειδή οι ερευνητές δεν είχαν λάβει υπόψη το γεγονός ότι στα οστά πιθανότατα υπήρξε συσσώρευση κάποιων παραγόντων που τα είχαν επιμολύνει ή αλλοιώσει και δεν φρόντισαν ώστε να κάνουν τη χρονολόγηση απομονώνοντας αυτούς τους παράγοντες. Η νέα έρευνα που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «PNAS» έγινε σε δείγματα των οστών τα οποία είχε διασφαλιστεί πως δεν είχαν επιμολυνθεί.

πηγή βημα

Η Rockstar ανακοίνωσε οτι το πολυαναμενόμενο Grand Theft Auto 5 δεν θα κυκλοφορήσει το Μάρτιο όπως αναμενόταν αλλά τον Σεπτέμβριο. Σύμφωνα με ανακοίνωση της εταιρίας το νέο Grand Theft Auto 5 είναι πολύ πολύπλοκο στο σχεδιασμό του και για να μπορέσει η εταιρία να το φτάσει στο επίπεδο ποιότητας που θέλει να είναι το παιχνίδι, θα καθυστερήσει την κυκλοφορία του κατά 4 μήνες σε σχέση με την πρώτη ημερομηνία που είχε δώσει...

Έτσι το νέο Grand Theft Auto 5 αναμένεται να κυκλοφορήσει στα ράφια των καταστημάτων στις 17 Σεπτεμβρίου 2013

δειτε το trailer
http://www.youtube.com/watch?v=Vzue74y7A84&feature=player_embedded

Φως και Χρώμα: Η Ψυχή της ταινίας

Ο Φωτισμός

Στο σινεμά ο οπερατέρ (που είναι επίσης γνωστός και ως διευθυντής φωτογραφίας) είναι υπεύθυνος για τη διευθέτηση και τον έλεγχο του φωτισμού του φιλμ και για την ποιότητα της φωτογραφίας. Συνήθως ο διευθυντής φωτογραφίας εκτελεί τις ειδικές ή γενικές οδηγίες του σκηνοθέτη. Ο φωτισμός των περισσότερων ταινιών σπάνια είναι ένα τυχαίο γεγονός, καθώς τα φώτα πρέπει να χρησιμοποιηθούν με εξαιρετική ακρίβεια. Διαμέσω της χρήσης των προβολέων, οι οποίοι είναι πολύ επιλεκτικοί στην εστίαση και την ένταση τους, ένας σκηνοθέτης μπορεί να καθοδηγήσει τα βλέμματα των θεατών σε οποιαδήποτε περιοχή της φωτογραφημένης εικόνας. Ο φωτισμός της κινούμενης εικόνας σπάνια είναι στατικός, καθώς ακόμη και η παραμικρή κίνηση της κάμερας ή του θέματος μπορεί να προκαλέσει την αλλαγή του. Οι ταινίες παίρνουν πολύ καιρό για να ολοκληρωθούν, εν μέρει λόγω και των τεράστιων πολυπλοκοτήτων που συμπεριλαμβάνονται στο φωτισμό του κάθε πλάνου. Ο διευθυντής φωτογραφίας πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν του κάθε κίνηση στη διάρκεια μίας συνεχούς λήψης. Κάθε διαφορετικό χρώμα, μορφή και ύφανση αντανακλά ή απορροφά διαφορετικές ποσότητες φωτός. Αν μία εικόνα πρέπει να φωτογραφηθεί σε βάθος, αυτό αμέσως προϋποθέτει μία ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία καθώς θα πρέπει και ο φωτισμός να γίνει σε βάθος. Επιπλέον, οι διευθυντές φωτογραφίας δεν έχουν στη διάθεση τους τις περισσότερες από τις τεχνικές του σκοτεινού θαλάμου ενός στατικού φωτογράφου, όπως ποικιλία χαρτιών, διάφορα τεχνάσματα, επιλογή στην εμφάνιση, μεγενθυτικά φίλτρα, μασκαρίσματα, κτλ. Στο έγχρωμο φιλμ οι λεπτές επιδράσεις του φωτός και του σκοταδιού είναι συχνά αλλοιωμένες, καθώς το χρώμα τείνει να εξαλείφει τις φωτοσκιάσεις και να ισοπεδώνει τις εικόνες. Το βάθος καταργείται, ακυρώνεται. Το χρώμα είναι επίσης ένα περισπαστικό στοιχείο. Συχνά ένα αντικείμενο στο οποίο κυριαρχεί μία ασπρόμαυρη εικόνα θα μικρύνει σε σημασία όταν φωτογραφηθεί έγχρωμο, και το αντίστροφο.
Υπάρχουν πολλά διαφορετικά στυλ φωτισμού. Συνήθως χαρακτηρισμένο σαν «φως-κλειδί», το στυλ είναι συνδεδεμένο με το θέμα και τη διάθεση της ταινίας, όπως και με το είδος της. Οι κωμωδίες και τα μιούζικαλ, για παράδειγμα, τείνουν να φωτίζονται με «ψηλό-κλειδί», με λαμπρότητα, ακόμη και φωταξία, και έχουν μόνο λίγες καταφανείς σκιές. Ο κανόνας στην MGM η οποία περηφανεύονταν για τη χαρούμενη, υγιεινή διασκέδαση της ήταν το ψηλό-κλειδί φωτισμού, εκτός και αν η ιστορία επέβαλε έναν διαφορετικό τύπο φωτισμού. Η ζωή ήταν σχεδόν πάντα ηλιόλουστη στο Μετρό. Ο φωτισμός με ψηλό-κλειδί είναι ομοιόμορφα μοιρασμένος, χωρίς σκληρά κοντράστ, με τις λεπτομέρειες να φαίνονται καθαρά. Οι αξίες της παραγωγής πρέπει να θαυμάζονται, όχι να κρύβονται. Βλ. The Wizard of Oz του Βίκτορ Φλέμινγκ, φωτογραφία Χάρολντ Ρόσον. Οι τραγωδίες και τα μελοδράματα είναι συνήθως φωτισμένα με υψηλό κοντράστ, με σκληρές ακτίδες φωτός και δραματικές λουρίδες σκοταδιού. Ο φωτισμός με υψηλό κοντράστ είναι τολμηρά θεατρικός, εγχέοντας τα φωτογραφημένα υλικά με μία αίσθηση οπτικής αγωνίας. Ακόμη και αυτή η στατική εικόνα –η εντυπωσιακή επαναδημιουργία του πίνακα «Τα γεράκια της Νύχτας» του Έντουαρντ Χόπερ– καθίσταται περισσότερο δυναμική από τις τραχυές λάμες φωτός που διαπερνούν το διαποτιστικό σκοτάδι. Βλ. Pennies from Heaven του Χέρμπερτ Ρος, φωτογραφία του Γκόρντον Γουίλις.
Οι ταινίες μυστηρίου και τα θρίλερ γενικά είναι φωτισμένα με χαμηλό-κλειδί, με σκιές που διαχέονται και ατμοσφαιρικές λιμνούλες φωτός. Ο φωτισμός με χαμηλό-κλειδί είναι ιδιαίτερα υποβλητικός στις ρομαντικές σκηνές, και σ’ αυτά τα είδη όπως ταινίες με εγκλήματα, μυστηρίου και θρίλερ στα οποία η έλλειψη φωτός συμβολίζει το άγνωστο, τις απατηλές επιφάνειες, το κακό αυτοπροσώπως. Βλ. Body Heat του Λόρενς Κάσνταν. Κάθε φωτιστικό κλειδί ακολουθείται μόνο κατά προσέγγιση καθώς μερικές εικόνες απαρτίζονται από έναν συνδιασμό φωτιστικών στυλ –για παράδειγμα, ένα χαμηλού-κλειδιού φόντο συνυπάρχει με μερικά υψηλού κοντράστ στοιχεία στο προσκήνιο. Οι ταινίες που είναι γυρισμένες σε στούντιο είναι γενικά περισσότερο στυλιζαρισμένες και θεατρικές, ενώ αντίθετα η φωτογραφία σε εξωτερικά γυρίσματα τείνει να χρησιμοποιει το διαθέσιμο φως για ένα πιο φυσικό στυλ φωτισμού. Το φως και το σκοτάδι έχουν συμβολική σημασία από την αυγή της ζωής του ανθρώπου. Η Βίβλος είναι γεμάτη με συμβολισμούς φωτός και σκότους. Ο Ρέμπραντ και ο Καραβάτζιο χρησιμοποίησαν επίσης το κοντράστ φωτός και σκοταδιού για ψυχολογικούς λόγους. Γενικότερα, οι καλλιτέχνες έχουν χρησιμοποιήσει το σκοτάδι για να υποδηλώσουν το φόβο, το κακό και το άγνωστο. Το φως συνήθως υποδηλώνει ασφάλεια, αρετή, αλήθεια, χαρά. Λόγω αυτών των συμβατικών συμβολικών συνειρμών, μερικοί κινηματογραφιστές σκόπιμα αντιστρέφουν τις προσδοκίες φωτός-σκιάς. Οι ταινίες του Χίτσκοκ προσπαθούν να σοκάρουν τους θεατές υπονομεύοντας τη ρηχή τους αίσθηση για ασφάλεια. Χρησιμοποιώντας πολλές υποκειμενικές τεχνικές –εργαλεία που εξαναγκάζουν τον θεατή να ταυτιστεί δυνατά με τον πρωταγωνιστή– ο Χίτσκοκ μας ξεγυμνώνει από την αυταρέσκια μας, συχνά με τον πιο φοβερό τρόπο. Στο North by Northwest, για παράδειγμα, ο ήρωας έχει ξεμείνει στο Σικάγο όπου απειλητικές σκιές φαίνονται να τον απειλούν σε κάθε στροφή –παρόλα αυτά τίποτα δεν συμβαίνει. Έτσι γελάμε με τον εαυτό μας για την παράνοια μας. Αργότερα, ο πρωταγωνιστής βρίσκεται σε μία απομονωμένη αγροτική περιοχή. Υπάρχει μία καθολική ορατότητα για μίλια, και ο ήλιος λάμπει ακτινοβολώντας πάνω στην επίπεδη επιφάνεια. Πουθενά δεν θα μπορούσε να είναι ασφαλέστερα –μέχρι που ξαφνικά μία σοκαριστική βιοπραγία διεξάγεται ενάντια στον ήρωα στο πλατύ φως της ημέρας. Στο σύμπαν του Χίτσκοκ, η παράνοια καταλήγει να είναι η πιο κατάλληλη προσαρμογή στη ζωή. Ο συμβολισμός φωτός και σκοταδιού είναι σχεδόν αναπόφευκτος σε ένα φιλμ γυρισμένο σε μαυρόασπρο. Όπως υπονοεί και ο τίτλος της ταινίας του Φελίνι Οι νύχτες της Καμπίρια, το σκοτάδι συνδέεται στο φιλμ με τη σεξουαλικότητα, το μυστήριο και τη φαντασία. Σ’ αυτή τη σκηνή (βλ. φωτογραφία Οτέλο Μαρτέλι), ο συμβολισμός του Φελίνι είναι πιο σύνθετος. Ο κεντρικός χαρακτήρας (Μασίνα) είναι μία παράλογα κωμική πόρνη, που φαντάζεται τον εαυτό της ένα άτομο δυνατό, κοσμικό, και αυτάρκες. Σ’ ένα άθλιο, απόμερο θέατρο υπνωτίζεται από έναν μάγο κάτω από τη λάμψη του προβολέα, και αναπαριστά την αθώα, τρυφερή παιδική της ηλικίας. Ο συμβολισμός του φωτός υποδηλώνει ότι αυτό που βλέπουμε είναι μία αληθινή εικόνα τη φύσης της Καμπίρια. Αλλά αυτό είναι ένα τεχνητό φως, που συνδέεται με τον μάγο (ένα κοινό σύμβολο της καλλιτεχνικής φιγούρας στις ταινίες του Φελίνι) και συνεπώς το φως υποδηλώνει μία λανθάνουσα αλήθεια παρά μία κυριολεκτική. Στα φιλμ του Φελίνι, η Ιταλική Καθολική Εκκλησία συχνά ταυτίζεται με τη σόου μπίζνες. Αντίστροφα, η σόου μπίζνες –ακόμη και στην πιο άξεστη μορφή της– συχνά συνδέεται με την πνευματικότητα και τη σωτηρία. Σ’ αυτή την ταινία, είναι ο καλλιτέχνης-μάγος που αποκαλύπτει την ποιητική πνευματικότητα της Καμπίριας και όχι οι ιερείς σε μία θρησκευτική τελετουργία η οποία δείχνει να εμπλέκεται περισσότερο με το θεατρινισμό και τη θεατρικότητα. Ο φωτισμός μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να ανατρέψει το θέμα. Το Risky Business του Πολ Μπρίκμαν είναι μία κωμωδία ενηλικίωσης, και όπως τα περισσότερα παραδείγματα του είδους, ο έφηβος ήρωας θριαμβεύει πάνω στο «Σύστημα» και την υποκριτική του ηθικολογία. Αλλά σ’ αυτή την ταινία, ο αφελής ήρωας μαθαίνει να παίζει το παιχνίδι και βγαίνει νικητής με το να γίνει πιο υποκριτής από τους υποστηριχτές του «Συστήματος». Το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ είναι γυρισμένο με χαμηλό-κλειδί φωτισμού –ασυνήθιστο για κωμωδίες– όπου σκοτεινιάζει ο τόνος των κωμικών σκηνών. Στο τέλος του φιλμ, δεν είμαστε απολύτως σίγουροι αν η «επιτυχία» του ήρωα είναι ειρωνική ή ειλικρινής. Η ταινία θα ήταν πιθανώς πιο κωμική αν είχε γυριστεί με το συνηθισμένο υψηλό-κλειδί, αλλά η φωτογραφία με χαμηλό-κλειδί την έκανε πιο σοβαρή κωμωδία –ειρωνική και παράδοξη. Ο φωτισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί ρεαλιστικά ή εξπρεσιονιστικά. Ο Ρεαλιστής τείνει να ευνοεί το διαθέσιμο φωτισμό, τουλάχιστον στις εξωτερικές σκηνές. Ωστόσο, ακόμα και έξω από τις πόρτες οι περισσότεροι κινηματογραφιστές χρησιμοποιούν λάμπες και ρεφλεκτέρ, είτε για να αυξήσουν τον φυσικό φωτισμό, ή τις φωτεινές μέρες, για να μαλακώσουν τα σκληρά κοντράστ που δημιουργούνται από τον ήλιο. Με τη βοήθεια ειδικών φακών και περισσότερο φωτοευαίσθητων φιλμ, κάποιοι σκηνοθέτες έχουν κατορθώσει να καταργήσουν εντελώς τον τεχνητό φωτισμό. Το διαθέσιμο φως τείνει να παράγει μία ντοκιμαντερίστικη όψη στην εικόνα της ταινίας, μία ποιότητα με αδρά γραμμένα χαρακτηριστικά και μία απουσία λείανσης στα σχήματα των αντικειμένων. Πάντως δεν είναι απαραίτητα όλες οι εξωτερικές λήψεις «γραμμένες» με αδρά χαρακτηριστικά. Μέσω της χρήσης των ειδικών φακών και του πρόσθετου φωτισμού, οι Τζον Φορντ και Ακίρα Κουροσάβα ήταν σε θέση να ζωντανέψουν ένα νοσταλγικό ρομαντικό παρελθόν παρόλο που χρησιμοποιούσαν πραγματικές τοποθεσίες. Για τις εσωτερικές λήψεις, οι ρεαλιστές τείνουν να προτιμούν εικόνες με μία φανερή φωτιστική πηγή –ένα παράθυρο ή μία λάμπα. Ή χρησιμοποιούν συχνά είναι είδος διάχυτου φωτισμού χωρίς τεχνητά, δυνατά κοντράστ. Κοντολογίς, ο ρεαλιστής δεν χρησιμοποιεί ευδιάκριτο φωτισμό εκτός και αν η πηγή υπαγορεύεται από το θέμα. «Αυτό που αναζητώ είναι η μεγαλοπρεπή οπτική εμπειρία» είχε πει ο Κιούμπρικ για τις ταινίες του. Το οπτικό στυλ του Μπάρρυ Λύντον είναι κτισμένο πάνω στους πίνακες των μαστόρων του 18ου αιώνα, ιδιαίτερα του Γκένσμπορω και του Βατώ. Ο Κιούμπρικ ήταν ένας φανατικός της αυθεντικότητας. Καθώς το φως των κεριών ήταν η κύρια πηγή του εσωτερικού φωτισμού τον 18ο αιώνα, δεν ήθελε άλλη πηγή φωτός. Προτιμούσε πάντα τον διαθέσιμο φωτισμό. Οι λάμπες στις σύγχρονες ιστορίες του δεν είναι διακοσμητικές, αλλά εξοπλισμένες ώστε να παρέχουν το κύριο φωτισμό για μία σκηνή. Πίστευε ότι η λάμψη από μία αναγνωρίσιμη πηγή φωτός μπορεί να παράγει δραματικά κοντράστ, ή να ξεθωριάσει μία εικόνα μ’ έναν εντυπωσιακό τρόπο. Για να κινηματογραφήσει με το φως των κεριών αυτή την ταινία, ζήτησε από την εταιρία Ζέις να προσαρμόσει ένα πολύ γρήγορο (f 0.7) 50 mm φακό στατικής φωτογραφικής μηχανής σε μία κινηματογραφική. Ο φακός της Ζέις ήταν εκείνη την εποχή ο πιο γρήγορος που υπήρχε, και ο Κιούμπρικ έπρεπε να πατεντάρει μία ειδική κινηματογραφική μηχανή για να καταστήσει ικανή τη χρήση αυτού του φακού. Αλλά τελικά κατάφερε αυτό που ήθελε. Τα λαμπρά εσωτερικά του Μπάρρυ Λύντον είναι εκπληκτικά στην ομορφιά τους. Βλ. Μπάρρυ Λύντον. Οι φορμαλιστές χρησιμοποιούν το φως λιγότερο πιστά. Οδηγούνται από τις συμβολικές του σημασίες και συχνά εντείνουν αυτές τις ιδιότητες σκόπιμα διαστρεβλώνοντας τα φυσικά φωτιστικά πρότυπα. Ένα πρόσωπο φωτισμένο από κάτω σχεδόν πάντα φαίνεται απειλητικό, ακόμη και αν ο ηθοποιός έχει μία εντελώς ουδέτερη έκφραση. Παρομοίως, ένα εμπόδιο τοποθετημένο μπροστά στη φωτιστική πηγή μπορεί προσδώσει τρομακτικές σημασίες, επειδή απειλεί την αίσθηση μας για ασφάλεια. Από την άλλη μεριά, κάποιες φορές, ιδιαίτερα στις εξωτερικές λήψεις, η επίδραση πάνω στη σιλουέτα μπορεί να είναι μαλακή και ρομαντική, ίσως επειδή ο ανοικτός χώρος δρα σαν αντίθεση στην αίσθηση της παγίδευσης που υπάρχει σ’ έναν περιορισμένο εσωτερικό χώρο. Όταν ένα πρόσωπο είναι φανερά φωτισμένο από πάνω, το αποτέλεσμα είναι μία συγκεκριμένη αγγελική ποιότητα, γνωστή ως εφφέ του φωτοστέφανου. Ο «πνευματικός» φωτισμός αυτού του τύπου τείνει να συνορεύει με το κλισέ, και μόνο οι καλύτεροι διευθυντές φωτογραφίας έχουν χειριστεί αυτή την τεχνική με λεπτότητα. Ο φωτισμός από πίσω, ο οποίος είναι ένα είδος ημισιλουέτας, είναι μαλακός και αιθέριος. Οι ερωτικές σκηνές είναι συχνά φωτογραφημένες με το εφφέ του φωτοστέφανου γύρω από τα κεφάλια των εραστών για να τους προσδώσουν μία ρομαντική αύρα. Ακόμη και μέσα σ’ ένα μόνο φιλμ, τα φωτιστικά στυλ μπορούν να διαφοροποιούνται σημαντικά, εξαρτώμενα από τη διάθεση της δοσμένης σκηνής. Τα περισσότερα από τα προηγούμενα τμήματα αυτής της ταινίας είναι φωτογραφημένα σε ένα ντοκιμαντερίστικο στυλ. Μόνο όταν η πρωταγωνίστρια (Κλέιμπεργκ) ερωτεύεται, το φωτογραφικό στυλ γίνεται περισσότερο ρομαντικό. Τα φώτα της πόλης γίνονται αιθέρια από το φεγγοβόλημα της μαλακά εστιασμένης φωτογραφίας. Η άλως γύρω από τα κεφάλια των εραστών ενισχύει τον αέρα της γοητείας –δεν πρόκειται απλά για εραστές, αλλά για δίδυμες ψυχές. Βλ. φωτ. An Unmarried Woman του Πωλ Μαζούρκσι, φωτογραφία Άρθουρ Όρνιτζ. Ο φωτισμός από πίσω είναι ιδιαίτερα υποβλητικός όταν χρησιμοποιείται στα υπερφωτισμένα ξανθά μαλλιά. Ο φωτισμός από πίσω είναι η τεχνική φωτισμού μιας σκηνής από το φόντο, συχνά με ένα εκθαμβωτικό φωτιστικό κλειδί. Αυτή η τεχνική δημιουργεί μία ηλιακή έκρηξη ακτινοβολίας μέσα από σύννεφο, η οποία βυθίζει τα υλικά του προσκηνίου σε μία μορφή ημισιλουέτας. Ο Ροτούνο, ένας από τους πιο θαυμαστούς σύγχρονους διευθυντές φωτογραφίας, έχει φωτογραφήσει πολλές από τις ταινίες του Φεντερίκο Φελίνι. Βλ. Οι Κόκκινοι του Γουόρεν Μπίτι, φωτό: Τζουζέπε Ροτούνο. Ο φωτισμός ενός θέματος μπορεί να είναι μεγαλύτερης σπουδαιότητας από το ίδιο το θέμα. Εδώ υπάρχουν τέσσερα παραδείγματα του πως η φόρμα (φως) μπορεί να προσδιορίσει το περιεχόμενο. Ο φωτισμός από πάνω (α) τείνει να δημιουργεί ένα ρομαντικό φωτοστέφανο, που υποδηλώνει πνευματικότητα. Ένα πρόσωπο μισοβυθισμένο στο σκοτάδι (β) μπορεί να συμβολίζει εσωτερικό διχασμό και ταυτόχρονη έλξη και απώθηση. Ο φωτισμός από κάτω (γ) γενικά κάνει το πρόσωπο του θέματος να φαίνεται απειλητικό, απόκοσμο. Όταν το θέμα μπλοκάρει την πηγή του φωτός (δ), οι θεατές μπορεί να νιώσουν ότι απειλούνται, επειδή τείνουμε να συνδέουμε το φως με την ασφάλεια. Βλ. (Τέσσερις φωτιστικές πηγές πάνω στο ίδιο θέμα, φωτογραφημένο από τον Έβελιν Χέινς) Μέσω της χρήσης των προβολέων, μία εικόνα μπορεί να συντεθεί από βίαια κοντράστ φωτός και σκότους. Η επιφάνεια τέτοιων εικόνων φαίνεται παραμορφωμένη, κατακερματισμένη. Ο φορμαλιστής σκηνοθέτης χρησιμοποιεί τέτοια σφοδρά κοντράστ για ψυχολογικούς και θεματικούς λόγους. Βλ. Pennies from Heaven. Επιτρέποντας σκόπιμα τόσο πολύ φως να εισέλθει μέσα στο διάφραγμα της κάμερας, ένας κινηματογραφιστής μπορεί να υπερεκθέσει μία εικόνα –δημιουργώντας λευκή πλημμυρίδα φωτός πάνω σ’ όλη την επιφάνεια της εικόνας. Η υπερέκθεση έχει χρησιμοποιηθεί πιο αποτελεσματικά στους εφιάλτες και τις σεκάνς φαντασιώσεων. Μερικές φορές αυτή η τεχνική μπορεί να υποδηλώσει ένα είδος φρικτής και χυδαία επιδεικτικής δημοσιότητας, ένα αίσθημα συναισθηματικής υπερβολής. Ο Μπέργκμαν σε μία σκηνή από την ταινία του Sawdust and Tinsel χρησιμοποιεί την υπερέκθεση για να δώσει έμφαση στην αγωνία του χαρακτήρα μπροστά στη δημόσια ταπείνωση. Ο Στέρνμπεργκ ήταν ένας μάστορας των ατμοσφαιρικών φωτιστικών εφφέ, και επέβλεπε πολύ στενά τη φωτογραφία των ταινιών του. Οι ιστορίες του ξεδιπλώνονται κυρίως σε σχέση με το φως και τη σκιά, παρά με τις συμβατικές δραματουργικές έννοιες. «Κάθε φως έχει ένα σημείο όπου είναι πιο λαμπερό, και ένα σημείο στο οποίο πηγαίνοντας χάνει ολότελα τον εαυτό του!», εξηγούσε. «Το ταξίδι των ακτίνων από τον κεντρικό πυρήνα προς τις εσχατιές του σκοταδιού είναι η περιπέτεια και το δράμα του φωτός». Παρατηρήστε πόσο η κλειστή φόρμα της σκηνοθεσίας και το φως που περικυκλώνει τον πρωταγωνιστή (Λόρε) δημιουργεί ένα κατηγορητικό αποτέλεσμα, μία αίσθηση παγίδευσης. Βλ. 1-20 Έγκλημα και Τιμωρία, του Τζόζεφ Φον Στέρνμπεργκ, φωτό: Λούσιεν Μπάλαρντ).

Το χρώμα
Το χρώμα στο φιλμ δεν είχε γίνει πλατιά εμπορικό μέχρι τη δεκαετία του ’40. Εν τούτοις είχαν γίνει πολλά πειράματα πάνω σ’ αυτό πριν από τη συγκεκριμένη περίοδο. Μερικές από τις ταινίες του Μελιές, για παράδειγμα, ήταν ζωγραφισμένες στο χέρι, διαμορφωμένες σε μία γραμμή συναρμολόγησης, με τον κάθε ζωγράφο υπεύθυνο για τον χρωματισμό μίας πολύ μικρής περιοχής της λουρίδας του 35αριού φιλμ. Η πρωτότυπη εκδοχή της Γέννησης ενός Έθνους (1915) ήταν τυπωμένη σε ποικίλων αποχρώσεων φιλμ που υποδήλωναν διαφορετικά συναισθήματα. Το κάψιμο της Ατλάντα ήταν χρωματισμένο κόκκινο, οι νυχτερινές σκηνές μπλε, οι εξωτερικές ερωτικές σκηνές ωχρό κίτρινο. Πολλοί κινηματογραφιστές του βωβού σινεμά χρησιμοποίησαν αυτή την τεχνική χρωματισμού για να υποδηλώσουν διαφορετικές διαθέσεις. Το εξεζητημένο έγχρωμο φιλμ αναπτύχθηκε στη δεκαετία του ’30, αλλά για πολλά χρόνια ένα σημαντικό πρόβλημα ήταν η τάση του να ωραιοποιεί τα πάντα. Αν το χρώμα ενέτεινε την αίσθηση της ομορφιάς –σε ένα μιούζικαλ ή σε μία ιστορική υπερπαραγωγή– τα αποτελέσματα ήταν συχνά κατάλληλα. Γι’ αυτό το λόγο, τα καλύτερα φιλμ μυθοπλασίας των πρώτων χρόνων του χρώματος ήταν συνήθως εκείνα με τα τεχνικά και τα εξωτικά ντεκόρ. Τα ρεαλιστικά δράματα θεωρούνταν αταίριαστα οχήματα για το χρώμα. Οι πιο πρώιμες επεξεργασίες του χρώματος έτειναν επίσης να δίνουν έμφαση στα φανταχτερά χρώματα και το κιτς, και συχνά ειδικοί σύμβουλοι έπρεπε να καλούνται για να εναρμονίσουν τα χρωματικά σχέδια των κοστουμιών, το μέικ απ, και το ντεκόρ.  Επιπλέον, κάθε επεξεργασία του χρώματος έτεινε να ειδικεύεται σε μία συγκεκριμένη βάση απόχρωσης – συνήθως, κόκκινη, μπλε, ή κίτρινη– ενώ τα άλλα χρώματα του φάσματος ήταν κάπως διαταραγμένα. Ήταν αρκετά μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950 όπου αυτά τα προβλήματα επιλύθηκαν. Συγκρινόμενο όμως με τις λεπτές χρωματικές αντιλήψεις του ανθρώπινου ματιού, και παρά τη φαινομενική ακρίβεια των περισσότερων σημερινών επεξεργασιών του χρώματος, το κινηματογραφικό χρώμα είναι ακόμη μία σχετικά ακατέργαστη διαδικασία προσέγγισης. Υπάρχουν μερικοί εξέχοντες διευθυντές φωτογραφίας που έχουν δημιουργήσει ρεαλιστικά χρώματα στο φιλμ, ανάμεσα σ’ αυτούς ο Τζουσέπε Ροτούνο “Οι Κόκκινοι”, ο Σβεν Νίκβιστ “Ο Ταχυδρόμος κτυπάει πάντα δύο φορές”, και ο Ραούλ Κουτάρ “Weekend”.

Weekend
Γενικά, ωστόσο, τα πιο διάσημα έγχρωμα φιλμ τείνουν να είναι εξπρεσιονιστικά. Η άποψη του Μικελάντζελο Αντονιόνι είναι αρκετά τυπική: «Είναι απαραίτητο να παρεμβαίνεις σε ένα έγχρωμο φιλμ, για να διώχνεις τη συνήθη ρεαλιστικότητα και να την αντικαθιστάς με την πραγματικότητα της στιγμής». Στην Κόκκινη Έρημο (φωτογραφημένη από τον Κάρλο Ντι Πάλμα), ο Αντονιόνι απλώνει το χρώμα με σπρέι σε φυσικές τοποθεσίες για να δώσει έμφαση στις εσωτερικές, ψυχολογικές καταστάσεις. Στη ταινία δεσπόζουν τα βιομηχανικά απόβλητα, η ρύπανση των ποταμιών, τα έλη, και οι μεγάλες εκτάσεις γης που βάφονται γκρίζες για να υποδηλώσουν την ασχήμια της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας και τη μονότονη και σπαταλημένη ύπαρξη της ηρωίδας. Όποτε το κόκκινο χρώμα εμφανίζεται στην ταινία, υποδηλώνει σεξουαλικό πάθος. Επίσης το κόκκινο –όπως και η χωρίς αγάπη σεξουαλικότητα– είναι ένα αναποτελεσματικό κάλυμμα του διαβρωτικού γκρίζου. Το χρώμα τείνει να είναι ένα υποσυνείδητο στοιχείο στην ταινία. Είναι δυνατά συναισθηματικό στην επίκληση του, εκφραστικό και ατμοσφαιρικό περισσότερο παρά προκλητικό ή διανοητικό. Οι ψυχολόγοι έχουν ανακαλύψει ότι οι πιο πολλοί άνθρωποι προσπαθούν ενεργά να ερμηνεύσουν τις γραμμές μίας σύνθεσης, αλλά τείνουν να αποδέχονται το χρώμα παθητικά, επιτρέποντας του να υποδηλώνει περισσότερο διαθέσεις παρά αντικείμενα. Οι γραμμές συνδέονται με τα ουσιαστικά και τα χρώματα με τα επίθετα. Η γραμμή μερικές φορές λαμβάνεται ως αρσενική. Το χρώμα ως θηλυκό. Όμως τόσο οι γραμμές όσο και τα χρώματα υποδηλώνουν νοήματα, αλλά με κάπως διαφορετικούς τρόπους. Από τις πρώιμες εποχές, οι οπτικοί καλλιτέχνες έχουν χρησιμοποιήσει το χρώμα για συμβολικούς σκοπούς. Ο συμβολισμός του χρώματος είναι πιθανώς πολιτιστικά επίκτητος, παρόλο που οι σημασίες του είναι εκπληκτικά παρόμοιες στις κατά τα άλλα διαφορετικές κοινωνίες. Γενικά, τα ψυχρά χρώματα (μπλε, πράσινα, βιολετί) τείνουν να υποδηλώνουν ηρεμία, επιφυλακτικότητα, και γαλήνη. Τα ψυχρά χρώματα επίσης έχουν την τάση να απομακρύνονται, να υποχωρούν προς τα μέσα σε μία εικόνα. Τα ζεστά χρώματα (κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί) υποδηλώνουν επιθετικότητα, βία, και διέγερση και τείνουν να προβάλλονται προς τα έξω. Κάποιοι κινηματογραφιστές εκμεταλλεύονται σκόπιμα τη φυσική τάση του χρώματος προς τη ζωηρότητα. Ο Φελίνι στην “Ιουλιέτα των Πνευμάτων” χρησιμοποιεί πολλά εκκεντρικά κοστούμια και σκηνικά για να υποδηλώσει τη φανταχτερή αλλά γοητευτική αίγλη του κόσμου του θεάματος. Παρόμοια, τα τραχιά χρώματα στην ταινία του Ρ.Β. Φασμπίντερ “Λιλύ Μαρλέν” έχουν χρησιμοποιηθεί για να εντείνουν τον χυδαίο υλισμό της μεσοαστικής ζωής. “Το Καμπαρέ” του Μπομπ Φόσι εκτυλίσσεται στη Γερμανία και δείχνει την πρώιμη άνοδο του Ναζιστικού κόμματος. Τα χρώματα είναι κάπως νευρωτικά, με έμφαση πάνω στα δημοφιλή της δεκαετίας του ’30, όπως τα βαθιά κόκκινα, τα έντονα πράσινα, τα πορφυρά, και τους πολυποίκιλτους συνδυασμούς, όπως χρυσό, μαύρο και ροζ. Οι κινηματογραφιστές συχνά παραπονιούνται γύρω από την τάση των χρωμάτων να «φεύγουν» –να επιδρούν στις εικόνες με έναν τρόπο που δεν επιδίωκαν. Ο Χίτσκοκ έλυσε αυτό το πρόβλημα απλά αποκορρενύοντας το χρώμα όσο ήταν δυνατόν. Στο Τοπάζ χρησιμοποίησε την έλλειψη του χρώματος σαν ένα συμβολικό σχόλιο πάνω στη μονοτονία της κομμουνιστικής ζωής. Η ταινία παρουσιάζει μια πιστή σεκάνς όπου δείχνει μία Σοβιετική στρατιωτική παρέλαση στην οποία όλα (συμπεριλαμβανομένου και των ανθρώπων) είναι φωτογραφημένα σε ένα διαβρωτικό μπλε-γκρίζο χρώμα. Μόνο τα κόκκινα αστέρια των τεράστιων πλακάτ και τα σκουφιά των στρατιωτών ζωντανεύουν τις εικόνες –ένα τυπικό παράδειγμα Χιτσκοκικού έξυπνου χιούμορ. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία σε μία έγχρωμη ταινία κάποιες φορές χρησιμοποιείται για συμβολικούς σκοπούς. Κάποιοι κινηματογραφιστές εναλλάσσουν ολόκληρα ασπρόμαυρα επεισόδια με ολόκληρες χρωματιστές σεκάνς. Το πρόβλημα με αυτή την τεχνική είναι ο εύκολος συμβολισμός. Οι «τραντάζουσες» το μάτι μαυρόασπρες σεκάνς είναι τόσο φανερά «σημαντικές» που συνήθως δίνουν την αίσθηση μιας ψευτοκουλτουριάρικης τέχνης. Μία πιο αποτελεσματική παραλλαγή είναι απλά να μη χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ χρώμα, και να αφεθούν το μαύρο και το άσπρο να κυριαρχήσουν. Στην ταινία του Ντε Σίκα Garden of the Finzi-Continis, η οποία διαδραματίζεται στη φασιστική Ιταλία, τα πρώτα μέρη της είναι πλούσια και απαστράπτοντα σε λαμπυρίζοντα χρυσά, κόκκινα και υπάρχει σχεδόν κάθε απόχρωση του πράσινου. Καθώς η πολιτική καταστολή γίνεται πιο κτηνώδης, αυτά τα χρώματα εντελώς ανεπαίσθητα αρχίζουν να ξεθωριάζουν, μέχρι που προς το τέλος του φιλμ δεσπόζουν στις εικόνες τα λευκά, τα μαύρα και τα μπλε-γκρι χρώματα. Ο Ντε Σίκα ήθελε αυτή η ταινία να είναι φωτογραφημένη θελκτικά –ένας οπτικός συσχετισμός με την εύθραυστη ομορφιά των χαρακτήρων και του κόσμου τους. Ήθελε επίσης η ταινία να είναι ρεαλιστική επειδή η ιστορία σχετίζεται με ένα αισχρό κεφάλαιο της ιστορίας– το εκτοπισμό των Ιταλών Εβραίων στη Ναζιστική Γερμανία. Η φωτογραφία του Ένιο Γκαρνιέρι συγχωνεύει θριαμβευτικά αυτές τις σε μεγάλο βαθμό ανόμοιες ανάγκες. Ακόμη και τα γκρο πλάνα –τα οποία προσφέρουν μικρές δυνατότητες στη τέχνη της σύνθεσης– είναι εξαιρετικά σχεδιασμένα, σχεδόν αφηρημένα. Έχουν φωτογραφηθεί κυρίως με τον διαθέσιμο φωτισμό, σε πραγματικές τοποθεσίες. Η φωτογραφία είναι όμορφη αλλά και αυθεντική. Είναι επίσης οργανική στα δραματικά δρώμενα και στην αινιγματική φύση των χαρακτήρων. Τέτοια όμως είναι η τέχνη ενός σπουδαίου διευθυντή φωτογραφίας. Βλ. The Garden of the Finzi-Continis του Βιτόριο Ντε Σίκα.

http://camerastyloonline.wordpress.com/2008/07/27/mathimata_aisthitikis_kinfou_iii_by_mimis_tsakoniatis/

Δώδεκα λεπτά αισιοδοξίας

Διεκδικεί και όχι άδικα οκτώ όσκαρ – έχοντας μάλιστα εκπροσώπους σε όλες τις κατηγορίες ερμηνειών- κι ενώ μετράμε αντίστροφα για την κυκλοφορία της ταινίας την επόμενη εβδομάδα, μια 12 λεπτών featurette με πολύ υλικό από τα γυρίσματα και συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών έρχεται να μας θυμίσει ότι εκτός ίσως από το «προεδρικό» όσκαρ του Ντάνιελ Ντέι Λιούις τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται σίγουρο χαρτί για τη βραδιά της 24 Φεβρουαρίου. Ο λόγος για το «Silver Linings Playbook» που με ένα εντυπωσιακό ensemble ηθοποιών - από τον Μπράντλεϊ Κούπερ (στην καλύτερή του εμφάνιση στο σινεμά) ως την Τζένιφερ Λόρενς και τους βετεράνους Ρόμπερτ ντε Νίρο και Τζάκι Γουίβερ- και με τη σκηνοθετική μαεστρία του Ντέιβιντ Ο. Ράσελ, κοιτάζει με «αισιοδοξία» τα βραβεία («Οδηγός Αισιοδοξίας» είναι και η ελληνική απόδοση του τίτλου).
Όπως έχουμε ξαναγράψει, ο Μπράντλεϊ Κούπερ υποδύεται τον Πατ, έναν πρώην δάσκαλο που έχει χάσει τα πάντα: τη δουλειά του, το σπίτι και τη γυναίκα του. Έχοντας περάσει τα τέσσερα τελευταία χρόνια σε ψυχιατρικό ίδρυμα, αναγκάζεται να γυρίσει στο σπίτι των γονιών του, αποφασισμένος να ανακτήσει την παλιά του ζωή, αλλά να ξανακερδίσει και την καρδιά της πρώην. Μέσα από τα λάθη και τις παραλείψεις τους, το μόνο που πραγματικά θέλουν οι γονείς του Πατ (Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Τζάκι Γουίβερ σε κάνουν να πιστεύεις ότι είναι ένα πραγματικό ζευγάρι στην ωριμότητά του) είναι να σταθεί ξανά στα πόδια του, τα πράγματα όμως περιπλέκονται όταν γνωρίζει την Τίφανι (Τζένιφερ Λόρενς), μια εξίσου δύσκολη περίπτωση ατόμου με πολλά προβλήματα συμπεριφοράς. Σταδιακά ένα αναπάντεχο δέσιμο δημιουργείται μεταξύ τους, και σημάδια αισιοδοξίας αρχίζουν να παρουσιάζονται στις ζωές τους.
Η μόλις 23 ετών (ακόμα νεότερη στα γυρίσματα) και για δεύτερη φορά υποψήφια για όσκαρ Τζένιφερ Λόρενς, ο Κούπερ μακριά από τις mainstream ερμηνείες του, ο Ντε Νίρο, συγκινητικός ως πατέρας (επιστρέφει στις καλές του στιγμές) και η Τζάκι Γουίβερ ("Το Χάρισμα") με μια εντυπωσιακή φυσικότητα, συνθέτουν ένα εκρηκτικό (όχι τυχαίος ο χαρακτηρισμός σε μια ιστορία γεμάτη από τις κρίσεις των ηρώων) μείγμα ταλέντου και εμπειρίας, με αρκετό αυτοσχεδιασμό επάνω στο σενάριο που ο ίδιος ο Ντέιβιντ Ο. Ράσελ αναπροσάρμοζε στα γυρίσματα, προκειμένου να "παγιδεύσει στο φακό του τη στιγμή". Τους πρωταγωνιστικούς ρόλους συμπληρώνουν ο Κρις Τάκερ (του "Τζάκι Μπράουν" και του "Πέμπτου Στοιχείου") και ο Άναπαμ Κερ στο ρόλο του γιατρού.
Το υλικό αυτού του βίντεο, με μερικές χαρακτηριστικές στιγμές της ταινίας, δείχνει την απρόσμενη χημεία των πρωταγωνιστών, σε ένα από τα καλύτερα κάστινγκ των τελευταίων ετών στο σινεμά και με τους δυο κεντρικούς ήρωες να δημιουργούν έναν πραγματικά feelgood ύμνο στη δεύτερη ευκαιρία και τη ζωή των όπου γης «προβληματικών» και «χτυπημένων».

δειτε
http://www.e-go.gr/cinemag/article.asp?catid=10167&subid=2&pubid=129275976

πηγή περιοδικό σινεμά

DJANGO UNCHAINED (2012), του Quentin Tarantino

Υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο κι ακανθώδες ιστορικό υπόβαθρο που κάνει τα Inglourious Basterds και Django Unchained να ξεχωρίζουν από το υπόλοιπο έργο του σκηνοθέτη τους. Γνήσιος σινεφίλ που διδάχτηκε τα βασικά μαθήματα της ζωής στο σκοτεινό (κι ενίοτε κρυφό) σχολειό του κινηματογράφου, ο Ταραντίνο αρέσκεται να χτίζει ένα σύμπαν κραυγαλέα μυθοπλαστικό και να ρίχνει μέσα του μια χούφτα (γοητευτικότατους) χαρακτήρες που δε θα μπορούσαν να υπάρξουν παρά μόνο στην επιφάνεια του σελιλόιντ. Για εξωφιλμικές αναφορές ούτε λόγος, μετατρέποντας τις ταινίες του από το Reservoir Dogs ως το Death Proof σε απολαύσεις φορμαλιστικές όπου ο όποιος ουσιαστικός προβληματισμός είναι αναγκαστικά ενδογενής. Στα δύο τελευταία του πονήματα, ωστόσο, ο πλέον επιδραστικός Αμερικανός δημιουργός της εποχής μας θα στραφεί σε μείζονα κι επίμαχα κεφάλαια της παγκόσμιας ιστορίας - τη ναζιστική θηριωδία και τη δουλεία - για να εμπνευστεί τα (πρωτότυπα και στις δύο περιπτώσεις) σενάριά του. Το γεγονός πως μάλλον πρόκειται για τα καλύτερα φιλμ της έως τώρα καριέρας του, πρέπει να πιστωθεί στην αυξημένη ωριμότητα ενός ανθρώπου κατεξοχήν "κινηματογραφικού" που διαπιστώνει εκ των έσω τη διαπλοκή της τέχνης του με την αληθινή ζωή και, συνεπακόλουθα, τη συναρπαστική της ικανότητα να ξαναγράφει εκ νέου την Ιστορία, αμφισβητώντας δημιουργικά την αιώνια πίστη μας στο αμετάβλητο του παρελθόντος.   

Προς αποφυγήν παρεξήγησης, ο Κουέντιν Ταραντίνο θα ήταν αναγκαίος για το σινεμά και χωρίς το εν προκειμένω ύστερο στάδιο της φιλμογραφίας του. Κατά πρώτον, διότι ίσως είναι η πρώτη φορά που η περσόνα ενός σκηνοθέτη/σεναριογράφου κατακτά διαστάσεις εικονικές, μετατρέποντας την έξοδο κάθε καινούριας ταινίας του, από την εποχή του Pulp Fiction έως και σήμερα, σε ένα πρώτης τάξεως γεγονός για την ποπ κουλτούρα - οι σκοτεινές αίθουσες πλημμυρίζουν από ανθρώπους κάθε ηλικίας, ενασχόλησης, πεποίθησης και προέλευσης, όπως κάποτε οι Beatles γέμιζαν στάδια κι αρένες. Κατά δεύτερον, επειδή το "προϊόν" στο οποίο τους καθιστά κοινωνούς, είναι ένας φόρος τιμής (αναμφισβήτητης αισθητικής κι ευφυΐας, φρονώ) στο ίδιο το κινηματογραφικό μέσο, στην ιστορία και στις παραδόσεις του, προσηλυτίζοντας με τον καλύτερο τρόπο σημερινούς πιστούς και μελλοντικούς υπηρέτες της έβδομης τέχνης. Όμως, αυτός ο μεταμοντέρνας υφής προσανατολισμός παύει να είναι ναρκισσιστικά μονομερής από τη στιγμή που το σινεμά αναδύεται ως μέσο "διόρθωσης" πραγματικών ατοπημάτων της ανθρωπότητας - τα οποία, βεβαίως, η κάμερα έχει προηγουμένως εκθέσει στο σύγχρονο θεατή σε όλη τους την ωμότητα. Με αυτόν τον τρόπο, τόσο το Inglourious Basterds, όσο και το Django Unchained, διαθέτουν μια βαρύτητα ιστορική, ενώ εγείρουν ζητήματα πολιτικά και ηθικά με έναν τρόπο που το Kill Bill δε θα γνώριζε ούτε καν πώς να αρθρώσει.

Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και το βασικό πρόβλημα του Django σε σχέση με τον άμεσο προκάτοχό του. Στους Άδωξους Μπάστερδους, οι σελίδες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου θα ξαναγραφτούν χάρη σε μια προσπάθεια συλλογική, με τη συνδρομή μάλιστα και των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, αναδεικνύοντας τελικά σε πραγματικό πρωταγωνιστή της ιστορίας το ίδιο το σινεμά. Στο τελευταίο του φιλμ, όμως, ο Ταραντίνο υποκύπτει στο μύθο του ενός και μοναδικού ήρωα που διόλου τυχαία μοιάζει βγαλμένος από μια blaxploitation ονείρωξη (κατεξοχήν κινηματογραφικό είδος επιφανειακού προβληματισμού). Ο Django είναι ένας στους δέκα χιλιάδες, όπως περήφανα δηλώνει στην τελευταία σεκάνς, κι ως τέτοιος θα κατορθώσει έναν εντυπωσιακό, ατομικό άθλο, αλλά θα κάνει ελάχιστα για το κεντρικό πρόβλημα που θίγει η ταινία, δηλαδή το ρατσισμό και τη δουλεία. Φυσικά, ο Ταραντίνο είναι αρκετά έξυπνος ώστε να ξέρει ότι ο κόσμος δεν αλλάζει με τις κατά μόνας επιτυχίες, ωστόσο με αυτήν την επιλογή του, το φιλμ καταλήγει να είναι μια ιστορία προσωπικής απελευθέρωσης όπου το ιστορικό υπόβαθρο περιορίζεται σε ρόλο συνοδευτικό. Πρέπει να σημειωθεί, ασφαλώς, ότι σε δύο πολύ μικρές στιγμές στα τελευταία λεπτά, ο Κουέντιν θα επιχειρήσει, σε επίπεδο υπαινικτικό πάντα, να ανοίξει την το φιλμ από το ειδικό στο γενικό. Η πρώτη είναι ο μονόλογος του Stephen (Samuel L. Jackson) στον - ξανά - αιχμαλωτισμένο Django όπου τον απειλεί όχι με θάνατο, αλλά με αιώνια σκλαβιά, δηλαδή με την μοίρα όλων των φυλετικά όμοιών του, η οποία ορθώς παρουσιάζεται γλαφυρά ως η πιο σκληρή τιμωρία από όλες. Η δεύτερη είναι το πολυσήμαντο βλέμμα που ένας έτερος έγχρωμος φυλακισμένος θα κατευθύνει προς τον Django, αποκαλυπτικό θαυμασμού που καθιστά τον ήρωα του Jamie Foxx φιγούρα ηγετική, ικανή να εμπνεύσει μιαν επανάσταση κατά των λευκών.

Πέρα από κάθε ένσταση, το Django Unchained αποτελεί ένα ακόμα παράσημο στο στήθος του ικανότερου αφηγητή που ανέδειξε το Hollywood από την εποχή του Howard Hawks, μετατρέποντας όπως μόνο αυτός ξέρει τις σχεδόν τρεις ώρες προβολής σε ένα απολαυστικό κινηματογραφικό ταξίδι. Αποδομεί στιλιστικά το είδος του σπαγγέτι γουέστερν και καθηλώνει με τα εκπληκτικά (για άλλη μια φορά) διαλογικά μέρη, την εντυπωσιακή φωτογραφία του Robert Richardson, το απρόβλεπτο soundtrack και μια ομάδα χαρακτήρων τόσο καλογραμμένων που δε χορταίνεις να τους βλέπεις να μιλούν και να δρουν. Κι ως είθισται στο σινεμά του, οι ερμηνείες των ηθοποιών θα αποτελέσουν σημείο αναφοράς για τα επόμενα χρόνια. Ο Christoph Waltz συνεχίζει από εκεί που άφησε τον Hans Landa και με όπλο πάλι την ευφυέστατη χρήση του προφορικού λόγου, θα σαγηνεύσει αντιπάλους και θεατές, δημιουργώντας παράλληλα έναν ήρωα παράξενα "ηθικό", δείγμα θαρρείς αυτοκριτικής του Ταραντίνο που υποκλίνεται στην Ιστορία και στο πνεύμα της Ευρώπης. Όμως, αυτή τη φορά, την παράσταση κλέβει ο Leonardo Di Caprio. Αρπάζει την ευκαιρία και ζωγραφίζει με γκροτέσκο πινελιές έναν εξαιρετικό, κόντρα ρόλο που κανείς, ούτε καν ο Σκορσέζε, δεν του είχε προσφέρει όλα αυτά τα χρόνια. Από τη στιγμή που ο Calvin Candie εμφανίζεται στην οθόνη, μεταγγίζει το φιλμ με έναν ηλεκτρισμό από εκείνον με τον οποίο χτίζονται οι κινηματογραφικοί θρύλοι. Όσο για το περιβόητο θέμα της βίας, η αλήθεια είναι ότι ο Ταραντίνο μοιάζει εδώ πιο υπερβολικός από ποτέ στην αιματοχυσία του φιλμικού του κόσμου. Ο προσεκτικός θεατής, όμως, θα διακρίνει μιαν άκρως ενδιαφέρουσα αισθητική αντίστιξη στο εσωτερικό του Django Unchained. Η "ιστορικά αληθινή" βία, εκείνη της καταπίεσης των μαύρων από τους λευκούς, παρουσιάζεται με μια χαρακτηριστική (για τα δεδομένα του σκηνοθέτη) εγκράτεια, θαρρείς από σεβασμό προς την Αλήθεια. Αντιθέτως, η καθαρά "μυθοπλαστική βία" με την οποία το σινεμά παίρνει την εκδίκησή του για τα κακώς κείμενα των ανθρώπων, θα είναι καθαρτικά γραφική κι ασυγκράτητη, καρτουνίστικη και καθόλου μα καθόλου ρεαλιστική. Το αντίθετο θα αλλοίωνε το μήνυμα όχι μόνο της ταινίας, αλλά ολόκληρου του ταραντινικού έργου. 

δείτε το trailer

THE MASTER (2012), του Paul Thomas Anderson

Το φαινόμενο της υποταγής στην αυθεντία προσδιορίζει μια διηνεκή ανάγκη κάθε ανθρώπινης κοινωνίας που μέσα στους αιώνες γέννησε πολιτικά συστήματα, θρησκείες και κουλτούρες. Η προσέγγιση και η απόπειρα ερμηνείας του μέσα από ένα κινηματογραφικό φιλμ, είναι εξορισμού ένα εγχείρημα τρομακτικά φιλόδοξο. Ο Paul Thomas Anderson, ένας δημιουργός που ποτέ δεν κρύφτηκε πίσω από το μεγαλόπνοο του οράματός του, θα το προσγειώσει ιδανικά επιλέγοντας τη φόρμα ενός δράματος δωματίου. Το The Master είναι πρωτίστως ένα φιλμ χαρακτήρων και μέσα από τα κοντινά πλάνα στα πρόσωπα του Freddie, βετεράνου του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, και του Lancaster, ηγέτη μιας μυστηριώδους αίρεσης, θα προσπαθήσει να χαρτογραφήσει ανάγκες και πάθη συλλογικά. Κάθε στιλιστική επιλογή, από το φορμά των 70 mm που προσφέρει εντυπωσιακή ευκρίνεια, ως την εκπληκτική χρωματική παλέτα και την αντιστικτική μουσική του Jonny Greenwood, στοχεύει στην ένταση της σχέσης των δύο ηρώων που ενσαρκώνουν το δίπολο εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου σε ένα επίπεδο προσωπικό.
Μάλιστα, ο Anderson πλησιάζει σε τέτοια απόσταση αναπνοής τον Freddie που, καθώς τον αποκαθηλώνει από το πεδίο του μυθολογικού, θα χρειαστεί να στηριχτεί σε δεκανίκια ψυχαναλυτικά για να στρογγυλέψει το χαρακτήρα του. Ο πόλεμος και οι συνέπειές του στο άτομο ήταν από μόνο του ένα επαρκές αίτιο της δυσ-προσαρμοστικότητας του ήρωα του Phoenix - και η αλήθεια είναι πως ο Anderson σκιαγραφεί εξαιρετικά αυτήν την πτυχή με διακριτικές πινελιές και υπόγειους συμβολισμούς (το περίφημο ποτό με πρώτη ύλη το καύσιμο των πυρομαχικών είναι ένα εύρημα ευφυέστατο). Ήταν επομένως αχρείαστη η εις διπλούν αναφορά στη ψυχωτική μητέρα του Freddie, σε σκηνές μάλιστα κρίσιμες, ζωγραφίζοντας το πορτρέτο ενός ψυχολογικά ανάπηρου άνδρα που σκάβει διαρκώς το δικό του λάκκο, αρνούμενος να χαρίσει στον εαυτό του την όποια ευτυχία. Η αγαπημένη στους ψυχαναλυτές ερμηνεία της "αυτοεκπληρούμενης προφητείας" μπορεί να μοιάζει ικανή να εξηγήσει τη συμπεριφορά του συγκεκριμένου κινηματογραφικού ήρωα, ωστόσο είναι ανυπόφορα στενή για να απαντήσει πάνω στα αίτια που ωθούν το σύνολο των μελών μιας κοινωνίας (συμπεριλαμβανομένων ατόμων με σαφέστατα λιγότερο ακραία χαρακτηριστικά από τον Freddie) να αναζητά τη θαλπωρή ενός εξουσιαστή. Κι αυτό είναι το πραγματικό θέμα πάνω στο οποίο διαλογίζεται το The Master, κι ας το προδίδει εν μέρη ο ίδιος ο δημιουργός του, κατασκευάζοντας μια επιφάνεια απλοϊκή και τελικά ανάξια του μεγαλειώδους προβληματισμού που κρύβεται από κάτω.
Ωστόσο, αν κάποιες από τις επιλογές του Anderson καταλήγουν αμφισβητήσιμες, το δημιουργικό του ένστικτο θα κερδίσει το συνολικό στοίχημα, συγκεντρώνοντας σε μερικές σκηνές-κλειδιά την πεσιμιστική του άποψη για το φαύλο κύκλο στον οποίο χορεύει η ανθρωπότητα. Η πρώτη από αυτές, εκτυλίσσεται λίγο μετά τους τίτλους της αρχής, στο εσωτερικού ενός εμπορικού κέντρου που η κάμερα ανακαλύπτει με ένα λείο τράβελινγκ (κίνηση - σήμα κατατεθέν στο σινεμά του Αμερικανού, η πολυσημία της οποίας χρήζει ξεχωριστής ανάλυσης) υπό τη συνοδεία της φωνής της Ella Fitzgerald. Η βίαιη αντίδραση του Freddie είναι δείγμα της αδυναμίας του να κατανοήσει έναν κόσμο προσκολλημένο στη γυαλιστερή επιφάνεια και να πιστέψει πως τόσα χρόνια, αυτός και τόσοι άλλοι δίπλα του, πολεμούσαν για να μπορεί μετά ο κόσμος ελεύθερα να αγοράζει τα ρούχα του, τα αρώματά του και μια ωραία φωτογραφία για ανάμνηση. Κάπου στο μέσο της ταινίας, καθώς ο Lancaster Dodd επιδίδεται στο μουσικοχορευτικό του νούμερο, ο Freddie, κοιτώντας από μια απομονωμένη γωνία, θα αφαιρέσει από το ζητωκραυγάζον θηλυκό κοινό του ηγέτη της αίρεσης την αχρείαστη επιφάνειά του και θα αποκαλύψει τη γύμνια του, σε μια στιγμή βγαλμένη από τα Μάτια Ερμητικά Κλειστά. Και τέλος, στα τελευταία λεπτά του φιλμ, ο ήρωας του Phoenix θα επιστρέψει στην αγκαλιά της γυναίκας από άμμο, απόλυτα συνειδητοποιημένος τόσο για το κούφιο, ανύπαρκτο εσωτερικό εκείνης, όσο και για τη δική του αναπόδραστη ανάγκη να βρεθεί εκεί.
Μα πάνω από όλα, η ουσία του The Master συγκεντρώνεται στον αινιγματικό χαρακτήρα του Dodd. Φιγούρα κρυπτική, μυθική και ταυτόχρονα τόσο οικεία, ερμηνεύεται με αριστοτεχνικό τρόπο από τον Philip Seymour Hoffman, με επιλογές που διαφεύγουν εύκολων, επιφανειακών κρίσεων. Κι αν σε όλα τα παραπάνω ο όρος "επιφάνεια" επανέρχεται σταθερά, τότε η επιλογή από τον Anderson ενός απλουστευμένου αφηγηματικά πρώτου επιπέδου παύει να αποτελεί αδυναμία του φιλμ και φωτίζει μια πλευρά μετά-κινηματογραφική, τόσο λεπτή που είναι εύκολο να παραβλεφθεί. Ο Ηγέτης δεν είναι παρά ένας σκηνοθέτης: θα στήσει το σόου του, θα αναλάβει να σε διασκεδάσει και θα σε βοηθήσει να αντιληφθείς το ψέμα του, αφού πρώτα καταλάβεις πόσο αδύνατον είναι να του αντισταθείς. Ναι, το The Master στοχάζεται (και) για το σινεμά, ως μέρος της κοινωνικής και πολιτικής μας ύπαρξης.

δειτε trailer
https://www.youtube.com/watch?v=fJ1O1vb9AUU

πηγή
http://www.filmgaze.blogspot.gr/

ARGO (2012), του Ben Affleck

Όταν επιλέγεις για τίτλο της ταινίας σου το όνομα Αργώ, η σύνδεση - συνειδητή ή ασυνείδητη - με την αρχαιοελληνική μυθολογία και, κατ' επέκταση, την έννοια, τη χρησιμότητα και την πλάνη του (κάθε) μύθου είναι ένα φυσικό επόμενο. Το ότι ο Ben Affleck κατορθώνει να εντάξει αυτήν την προβληματική σε μια ταινία βασισμένη σε ένα αληθινό, ιστορικό γεγονός (την ομηρία 52 ατόμων στην αμερικανική πρεσβεία της Τεχεράνης από το Νοέμβρη του '79 ως το Γενάρη του '81), είναι ένα αναμφισβήτητο επίτευγμα. Από το συμπαθητικό ντεμπούτο του, Gone Baby Gone, και περνώντας από  το αξιόλογο μα άνισο The Town, η πρόοδος του σκηνοθέτη από ταινία σε ταινία είναι τόσο εμφανής που τον κατατάσσει μονομιάς στην πρώτη γραμμή της χολιγουντιανής μηχανής. Με συνταγή παλιομοδίτικη και γραφή μοντέρνα, το Argo στοχάζεται πάνω στα δίπολα "σινεμά και πραγματικότητα" και "ψέμα κι αλήθεια", ψάχνοντας να εντοπίσει την πραγματική θέση του μύθου ανάμεσα στα δύο άκρα. Η έρευνα αυτή δεν περιορίζεται σε νύξεις και υπονοούμενα, αλλά κατέχει πρωταρχικό ρόλο στη φόρμα του φιλμ. Ο ...υπομονετικός θεατής θα διαπιστώσει στους τίτλους τέλους, σε μια αντιπαραβολή πραγματικών και κατασκευασμένων εικόνων, την αφοσίωση με την οποία ο Affleck έστησε πλάνα και σκηνές με στόχο την "ακριβή" αναπαράσταση αληθινών συμβάντων. Το ζήτημα διευρύνεται ακόμα περισσότερο από την ομολογία του σε συνεντεύξεις ότι σε πολλές στιγμές της ταινίας του αναπαρήγαγε ("αντέγραψε", με τα δικά του λόγια) σκηνές και λήψεις από δύο ταινίες των 70's, το All The President's Men και το The Killing of a Chinese Bookie. Λαμβάνοντας υπόψη πως το σεναριακό επίκεντρο βρίσκεται στη (ιστορικά αληθινή) συνεργασία ανάμεσα σε CIA και Hollywood κατά τη διάρκεια της ομηρίας στο Ιράν, το σκηνοθετικό παιχνίδι που στήνει εδώ ο Affleck είναι τουλάχιστον ευφυές.
Είναι γνωστό εδώ και πολλές δεκαετίες πως οι μυστικές υπηρεσίες αλλά και η κυβέρνηση των ΗΠΑ διατηρεί μια αγαστή συνεργασία με τα παλαιά στούντιο και τις νυν πολυεθνικές της κινηματογραφικής βιομηχανίας, που απλώνεται από διαδικασίες ρουτίνας, όπως η εκπαίδευση αμερικανών στρατιωτών, έως συμβάντα απίθανα, σαν κι αυτό που σκαρφίστηκε ο αληθινός Tony Mendez και το επιτελείο του πίσω στο 1979. Άλλωστε, σε ένα έθνος που στερείται συνεκτικών δεσμών ιστορικής φύσεως, η μυθοπλασία καλείται να καλύψει το κενό. Όμως, αυτή η συνεργασία είναι μια υπόθεση καθαρά πολιτική με την οποία ο Affleck εσφαλμένα προσπαθεί να ξεμπερδέψει με μια απλή δήλωση - κατηγορία των χειρισμών του αμερικανικού κράτους στο Ιράν, στο voice over των πρώτων λεπτών. Στη συνέχεια, προσποιείται ότι υιοθετεί μια γραμμή ανθρώπινη κι α-πολιτική (πράγμα εξορισμού αδύνατο) και θέτει την ιδεολογία της ταινίας του σε αυτόματο πιλότο. Έτσι, το Argo γεμίζει από όλα τα κλισέ και τους ...μύθους με τα οποία η δυτική ματιά ντύνει την Ανατολή (η απεικόνιση των "αγροίκων" Ιρανών είναι εξωφρενικά μονοδιάστατη με την άκρως ειρωνική εξαίρεση της υπηρέτριας), υμνώντας παράλληλα σε ύφος πατριωτικό τον ατομικό ηρωισμό των Αμερικανών.
Έτσι, παρακολουθώντας το φιλμ (γαντζωμένος στο κάθισμά σου, είναι η αλήθεια), αναρωτιέσαι αναπόφευκτα αν ο Affleck ξέχασε βολικά ότι και η δική του ταινία είναι ένα χολιγουντιανό κατασκεύασμα, και μάλιστα εν μέσω περιόδου έντασης ανάμεσα σε Ιράν και ΗΠΑ, ή αν πίσω από τα δρώμενα βρίσκεται μια καλά κρυμμένη και πανέξυπνη ειρωνεία. Προς το τελευταίο δε συνηγορούν τόσο οι σκηνές παρωδίας προς την Μέκκα του κινηματογράφου, ερμηνευμένες με κέφι από το δίδυμο John Goodman κι Alan Arkin, όσο εκείνο το φαινομενικά στερεοτυπικό τελευταίο πλάνο του Mendez αγκαλιά με το γιο του: η κάμερα θα τους αφήσει και θα περιπλανηθεί στο δωμάτιο του μικρού, διακοσμημένο με σούπερ ήρωες, κατασκευάσματα της σύγχρονης αμερικανικής μυθολογίας, όπως ακριβώς ο πατέρας του. Όσο το ερώτημα μένει αναπάντητο, το σίγουρο είναι πως επιστρέφοντας σε θέματα χαμηλότερου ρίσκου, ο Affleck είναι ήδη έτοιμος να παραδώσει εξαιρετικά πράγματα (εδώ ισορροπεί με σιγουριά σε έναν εύθραυστο ιστό σασπένς, κλειστοφοβικού θρίλερ και σχεδόν σουρεαλιστικής σάτιρας, έστω κι αν το παρατραβάει σε ορισμένες στιγμές). Αν κι εφόσον στραφεί ξανά προς ένα σινεμά πολιτικό, διαθέτει ήδη το απαιτούμενο ταλέντο, την τεχνογνωσία και την αφηγηματική σοφία για να παραδώσει την επόμενη μεγάλη αμερικάνικη ταινία του είδους. Θα του χρειαστεί λίγο περισσότερη τόλμη, μια σαφώς πιο γενναία απόσταση από τον politically correct ακαδημαϊσμό και η συνειδητοποίηση πως στην κινηματογραφική σκηνοθεσία δεν υπάρχει επιλογή μη πολιτική.

δειτε trailer 
https://www.youtube.com/watch?v=w918Eh3fij0

πηγή
http://www.filmgaze.blogspot.gr/

LIFE OF PI (2012), του Ang Lee

Αν υπάρχει ένα σταθερό μοτίβο που διατρέχει την κινηματογραφική παραγωγή της φετινής σεζόν, δεν είναι άλλο από τη συνάντηση μύθου (σινεμά) και πραγματικότητας (ιστορική αλήθεια). Ο προβληματισμός αυτός έχει λάβει πολλές διαφορετικές μορφές: άλλοτε ως ύμνος στη δυνατότητα της μυθοπλασίας να διορθώνει ιστορικά σφάλματα (Django Unchained), άλλοτε ως μετα-φιλμικός στοχασμός πάνω σε ένα απίθανο μα αληθινό περιστατικό συνεργασίας ανάμεσα στην μυθοπαραγωγό βιομηχανία και την πολιτική ηγεσία (Argo), και, τέλος, ως καταγραφή της αιώνιας ανάγκης μας για μύθους, ακόμα κι αν γνωρίζουμε καλά το ψέμα τους (The Master). Εγγύτερα στην τελευταία οπτική βρίσκεται και το καινούριο πόνημα του Ang Lee, ενός σκηνοθέτη τόσο ξεχωριστού ώστε να συνιστά μοναδική περίπτωση στη σύγχρονη κινηματογραφική ιστορία. Από την μεταφορά του μυθιστορήματος της Jane Austen και τη διεισδυτική ματιά στην παρακμιακή ανία των αμερικανικών προαστίων, έως ένα επικολυρικό ποίημα πολεμικών τεχνών, την αποδόμηση του γουέστερν κι ένα οξύ σχόλιο για την κυριαρχία της ατομικής ιδεολογίας πάνω στο συναίσθημα, ο Ταϊβανέζος αποδεικνύει είκοσι χρόνια τώρα την απίστευτη άνεση με την οποία κινείται ανάμεσα στα είδη και τα θέματα. Επίτευγμα μοναδικό, ειδικά αν ληφθεί υπόψη η επιτυχία με την οποία προσεγγίζει κάθε φορά την ανθρώπινη αλήθεια πίσω από τις όποιες σεναριακές ιδέες. Και το καταφέρνει ξανά, αυτή τη φορά δίνοντας ζωή στις σελίδες ενός μυθιστορήματος που θεωρούταν από γεννησιμιού του απόλυτα αντι-κινηματογραφικό.

Το Life of Pi ακολουθεί ένα πολύ απλό κι άκρως αποτελεσματικό σχέδιο. Επί δύο ώρες ξεδιπλώνει μπροστά στα έκθαμβα μάτια μας μια περιπέτεια φαντασμαγορική. Ένας κόσμος χρωματιστός και λαμπερός αποκτά σάρκα κι οστά χάρη στην καταπληκτική φωτογραφία του Claudio Miranda και στην τρισδιάστατη τεχνολογία που εδώ, για πρώτη ίσως φορά, αποκτά ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Το φιλμικό σύμπαν που στήνει ο Lee δεν ενδιαφέρεται να πείσει για την αληθοφάνειά του. Πρόκειται για ένα απενοχοποιημένο παραμύθι που στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά, προτάσσοντας την ομορφιά πέρα και πάνω από κάθε απαίτηση ρεαλισμού. Κι όταν το εικονοπλαστικό πανηγύρι λάβει τέλος, μέσα σε μερικές φράσεις, ο κύριος Πι θα μας μιλήσει την αλήθεια για το ψέμα που μας έδειξε όλα τα προηγούμενα λεπτά. Η μόνη πραγματικότητα είναι το πεπερασμένο χρονικό διάστημα που χωρίζει την πρώτη από την τελευταία μας ανάσα. Ο πόνος της συνειδητοποίησης είναι αρκετά μεγάλος ώστε να γεννά την επιθυμία να στρέψουμε το βλέμμα προς άλλες κατευθύνσεις. Οι ιστορίες, λοιπόν, υπάρχουν γιατί τις χρειαζόμαστε - γι'αυτό και φτιάξαμε τις θρησκείες, τα παραμύθια, τη λογοτεχνία, το σινεμά. Κι ας αδυνατούν να επιφέρουν την όποια οντολογική μεταβολή στο συλλογικό κι ατομικό μας υπάρχειν. Αρκεί που, αν τιθασεύσουμε την τίγρη μέσα μας,  θα μας φέρουν το χαμόγελο. Και την ανακούφιση που έρχεται με αυτό. 

δειτε το trailer    
https://www.youtube.com/watch?v=4-Z9Cph0GzY

πηγή
http://www.filmgaze.blogspot.gr/

ZERO DARK THIRTY (2012), της Kathryn Bigelow

Όταν ένα φιλμ με θέμα το πολυετές κυνήγι του Οσάμα Μπιν Λάντεν ξεκινάει με ηχητικά αποσπάσματα των θυμάτων της 11ης Σεπτεμβρίου να προφέρουν τα τελευταία τους λόγια σε μαύρο φόντο, αυτόματα θέτει εαυτόν μπροστά σε ένα ξεκάθαρο σταυροδρόμι. Αν από εκεί και πέρα τηρήσει μια κριτική απόσταση από τα δρώμενα, τα εναρκτήρια λεπτά μετατρέπονται σε (αναμφισβήτητο) ντοκουμέντο της απαρχής της συλλογικής παράνοιας του αμερικανικού λαού ενάντια σε ένα Σαουδάραβα, στο πρόσωπο του οποίου βρήκε την ενσάρκωση του απόλυτου κακού. Εάν όμως επιχειρήσει μιαν άνευ όρων ταύτιση με το σκοπό των διωκτών του Μπιν Λάντεν, δικαιώνοντας εν τέλει πανηγυρικά την προαναφερθείσα παράνοια, τότε βρισκόμαστε ενώπιον ενός συναισθηματικού εκβιασμού απροκάλυπτα ανήθικου. Δυστυχώς, το Zero Dark Thirty της ακριβοθώρητης Kathryn Bigelow ακολουθεί το δεύτερο μονοπάτι. Και το πράττει με έναν στόμφο αντάξιο της αλαζονείας μιας παγκόσμιας υπερδύναμης. Βλέπεις, το φιλμ "φωνάζει" το ρόλο της ίδιας της CIA στη δημιουργία του - και κάπου εδώ συνειδητοποιείς την αξία της πολιτικής δήλωσης του (κλάσεις ανώτερου) Argo.
Σε μια πιο αγνή κινηματογραφικά εποχή, κάπου στη δεκαετία του '80, το μιλιταριστικό παραλήρημα του Hollywood ντυνόταν τη φόρμα camp ταινιών δράσης με αφοπλιστική αυτογνωσία. Σήμερα, (καταφέρνει να) πλασάρεται ως σκεπτόμενο σινεμά και διεκδικεί επί ίσοις όροις τα καθωσπρέπει βραβεία της βιομηχανίας. Στην ουσία, όμως, λίγα έχουν αλλάξει: η "σκυλιασμένη" Maya, τη στιγμή που βιώνει μια προσωπική απώλεια στο βωμό του αγώνα, θα βρει το σθένος να μην τα παρατήσει και, σαν άλλος John Matrix, να δηλώσει με μάτι που γυαλίζει: and now, I'm gonna find Bin Laden, and I'm gonna kill him! Το γεγονός ότι οι ατάκες ξεστομίζονται από την κατά τα άλλα αξιολάτρευτη Jessica Chastain, προσφέρει στην Bigelow πόντους σοβαροφάνειας και τη δυνατότητα να προβάλλει τη φεμινιστική σκοπιά του έργου της. Τίποτα από αυτά, όμως, δεν μπορεί να κρύψει το γεγονός πως το Zero Dark Thirty αποτελεί μια προπαγάνδα της μυθομανούς Αμερικής, που υπερηφανεύεται για τον αμοραλισμό της. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εικονογράφηση των βασανιστηρίων που οι πράκτορες της CIA χρησιμοποιούν στις ανακρίσεις τους και που αποτελούν βασικό αφηγηματικό στοιχείο του φιλμ. Παρουσιάζονται αποκλειστικά ως όπλο τακτικής, το οποίο μάλιστα δικαιώνεται με εμφατικό τρόπο, αφήνοντας στην άκρη τον οποιονδήποτε ηθικό προβληματισμό πάνω στο ζήτημα. Έτσι, η ειρωνική σκηνή με τη δήλωση-άρνηση του Ομπάμα για τη χρήση βίας από Αμερικανούς, καταλήγει περισσότερο ως μια πανηγυρική διακήρυξη ρεπουμπλικανικού κυνισμού κόντρα στον αφελή ιδεαλισμό των Δημοκρατικών. 
Ακόμα κι αν αναγνωρίσουμε στη σκηνοθέτη την ελευθερία να υιοθετήσει μια ματιά πλήρως α-πολιτική, το Zero Dark Thirty πάσχει από εμφανείς "κινηματογραφικές" αδυναμίες: η αφήγηση μοιάζει διαρκώς ετοιμόρροπη, οι χαρακτήρες είναι ανύπαρκτοι κι όταν ακόμα προσεγγίζονται σε ένα ανθρώπινο επίπεδο, αυτό γίνεται με χαρακτηριστική αδεξιότητα και, το αποκορύφωμα, υπάρχει μια σειρά από σεκάνς τόσο ανέμπνευστα σκηνοθετημένες που καταλήγουν προκλητικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η παγίδα στην οποία πέφτει η συνεργάτης της Maya και η οποία παρουσιάζεται με επιλογές τόσο προφανείς που κάνουν τον George P. Cosmatos να φαντάζει αντάξιος του Spielberg. Η πονηρή Bigelow θα καδράρει στα τελευταία δευτερόλεπτα τα δακρυσμένα μάτια της Chastain, καθώς εκείνη αδυνατεί να ψελλίσει την αγαπημένη λέξη που ο αμερικάνος ήρωας οφείλει να προφέρει σε κάθε φινάλε - home. Επιλογή που κλείνει το μάτι στο προ τριετίας Hurt Locker, υπονοώντας πως απώτερη πρόθεση του φιλμ ήταν η αδίστακτη καταγραφή της εμμονής της Maya και της τελικής ματαιότητάς της. Το ότι δεν πείθει κανέναν οφείλεται στον πολύ απλό λόγο ότι είχε ήδη δικαιώσει τη μανία της ηρωίδας του και φρόντισε να το αποδείξει με μια ημίωρη κλιμάκωση βγαλμένη από video game ονείρωξη.

δείτε το trailer
https://www.youtube.com/watch?v=cAtWcvCxPhc

πηγή  http://www.filmgaze.blogspot.gr/